Αναλυτικός οδηγός εμβολιασμού για ογκολογικούς ασθενείς

Καθώς ο εμβολιασμός για προστασία από τον νέο κορωνοϊό διευρύνεται στον γενικό πληθυσμό και θα επεκταθεί και στις ευπαθείς ομάδες, οι καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ευστάθιος Καστρίτης, Ευάγγελος Τέρπος και Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ), συνέταξαν έναν κατάλογο με οδηγίες για ογκολογικούς ασθενείς:

1. Ενεργοποιήστε την άυλη συνταγογράφηση. Αναλυτικές οδηγίες θα βρείτε στο https://www.gov.gr/ipiresies/ugeia-kai-pronoia/phakelos-ugeias/aule-suntagographese. Αυτό θα διευκολύνει τον προγραμματισμό για τον εμβολιασμό σας, καθώς θα ενημερωθείτε αυτόματα με sms ή e-mail σχετικά με την ημερομηνία του ραντεβού σας και το κέντρο εμβολιασμού.

2. Ορισμένες αντινεοπλασματικές θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του οργανισμού να αναπτύξει ανοσία μετά τον εμβολιασμό. Θα πρέπει να επικοινωνήσετε με τον γιατρό σας ώστε να προγραμματιστεί η θεραπεία σε σχέση με την ημερομηνία του εμβολιασμού.

3. Για ασθενείς που θα λάβουν πρώτη φορά αντινεοπλασματική θεραπεία, πρέπει να γίνει προσπάθεια ώστε να πραγματοποιηθεί ο εμβολιασμός πριν από την έναρξη της αγωγής.

4. Για ασθενείς που ήδη λαμβάνουν χημειοθεραπεία, δεν υπάρχει σαφής  οδηγία σχετικά με την ημέρα εμβολιασμού σε σχέση με την έγχυση της χημειοθεραπείας. Ωστόσο, καλό είναι τα εμβόλια να χορηγούνται μία εβδομάδα μετά τη χορήγηση χημειοθεραπείας και, αν είναι εφικτό, 10 ημέρες πριν από τη χορήγηση της επόμενης χημειοθεραπείας.

5. Οπου είναι εφικτό, προτείνεται αναστολή της χορήγησης κορτικοστεροειδών για το χρονικό διάστημα από τον πρώτο εμβολιασμό έως τον δεύτερο και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τον δεύτερο εμβολιασμό.

6. Θα πρέπει να συμβουλευθείτε τον γιατρό σας ώστε να μην έχετε χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων όταν θα κάνετε το εμβόλιο, με στόχο το καλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

7. Η ακτινοβολία και οι ορμονικές θεραπείες δεν φαίνεται να επηρεάζουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου.

8. Τα εμβόλια τεχνολογίας m-RNA δεν περιλαμβάνουν εξασθενημένο ιό και επομένως θεωρούνται ασφαλή για τη χορήγηση σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

9. Οι ασθενείς σε κλινικές μελέτες θα πρέπει να εμβολιάζονται όπως και οι υπόλοιποι ογκολογικοί ασθενείς.

10. Οι ασθενείς που θα υποβληθούν σε αυτόλογη μεταμόσχευση θα πρέπει ιδανικά να εμβολιαστούν 3 μήνες πριν από την κινητοποίηση-συλλογή αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων και 3 μήνες μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.

11. Η χορήγηση anti-CD20 θεραπείας (rituximab, ofatumumab, obinutuzumab) πιθανώς μειώνει την ανοσολογική ανταπόκριση σε εμβολιασμούς. Ιδανικά, εφόσον η κατάσταση της βασικής νόσου το επιτρέπει, θα πρέπει να διακοπεί η χορήγησή τους τουλάχιστον 6 μήνες πριν από τη χορήγηση εμβολίου και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό.

12. Η θεραπεία με anti-CD38 μονοκλωνικά αντισώματα (daratumumab, isatuximab) πιθανώς να μην επηρεάζει την ανοσολογική ανταπόκριση σε εμβολιασμούς, αλλά τα δεδομένα είναι περιορισμένα.

13. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοθεραπεία δεν πρέπει να αποκλείονται από το πρόγραμμα εμβολιασμού, ακόμη και αν συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες. Από αντίστοιχα δεδομένα από τον εμβολιασμό για την εποχική γρίπη, δεν φαίνεται να υπάρχουν προβλήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

14. Αναστολείς τυροσινικής κινάσης (ΤΚΙs), όπως η σοραφενίμπη και η σουνιτινίμπη, δεν φαίνεται να επηρεάζουν την ανοσολογική ανταπόκριση σε εμβολιασμούς.

15. Αναστολείς έναντι της τυροσινικής κινάσης του Bruton (ibrutinib) φαίνεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οργανισμού να αναπτύξει ικανοποιητική ανοσολογική ανταπόκριση μετά τον εμβολιασμό.

16. Για θεραπεία με φάρμακα όπως αναστολείς του πρωτεασώματος  (bortezomib, ixazomib, carfilzomib), δεν υπάρχει σαφής οδηγία και ισχύουν οι γενικοί κανόνες για το χρονικό διάστημα που θα πρέπει να παρεμβάλλεται ανάμεσα στην τελευταία θεραπεία, στον εμβολιασμό και στην επόμενη θεραπεία.

17. Τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα όπως lenalidomide, pomalidomide δεν φαίνεται να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών, όμως ισχύουν οι γενικοί κανόνες.

18. Ανάλογα με τις οδηγίες των υγειονομικών αρχών, σε δεύτερη φάση, ο εμβολιασμός μπορεί να περιλάβει και τους φροντιστές των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών, καθώς θα λειτουργήσουν σαν ασπίδα για τα άτομα που δεν μπορούν να αναπτύξουν επαρκή ανοσία με τον εμβολιασμό.

19. Στην παρούσα φάση δεν υπάρχει κάποια προτίμηση σχετικά με την τεχνολογία του εμβολιασμού για τους ογκολογικούς ασθενείς, καθώς δεν έχουν προκύψει αξιοσημείωτα θέματα ασφαλείας.

20. Τα μέτρα ατομικής προφύλαξης και κοινωνικής απομόνωσης θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται και μετά τον εμβολιασμό για όσο χρονικό διάστημα κριθεί αναγκαίο (μάσκα, υγιεινή χεριών, αποστάσεις).

Οι παρενέργειες του εμβολίου (Tozinameran, BNT162b2) εκδηλώνονται μέσα σε 7 ημέρες από το εμβόλιο, κυρίως μετά τη 2η δόση. Ειδικότερα: τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης (πόνος, ερυθρότητα, πρήξιμο), κόπωση, πονοκέφαλος, μυαλγίες, ρίγη, πόνοι στις αρθρώσεις, πυρετός.

Αντενδείξεις

1. Απόλυτη αντένδειξη εμβολιασμού αποτελούν η οποιαδήποτε σοβαρή υπερευαισθησία στα περιγραφόμενα ενεργά συστατικά του εμβολίου, καθώς και το προηγούμενο ιστορικό αναφυλαξίας σε εμβόλιο για τη νόσο COVID-19. Θα πρέπει να ενημερώνεται ο γιατρός του εμβολιαστικού κέντρου πριν από τη χορήγηση του εμβολίου για κάθε ιστορικό αλλεργικής αντίδρασης.

2. Γνωστή αλλεργία στην πολυεθυλενογλυκόλη (PEG). Αποτελεί συστατικό ορισμένων εμβολίων όπως του πνευμονιοκόκκου, του καθαρτικού clean prep (χρησιμοποιείται πριν από την κολονοσκόπηση), χημειοθεραπευτικών όπως το Caelyx, υποστηρικτικής αγωγής όπως το Neulasta και φαρμάκων όπως η δεξαμεθαζόνη και πρεδνιζόνη σε σιρόπι.

3. Για άτομα με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε προηγούμενους εμβολιασμούς, σύνδρομο ενεργοποίησης μαστοκυττάρων, ιδιοπαθή αναφυλαξία, σε ορισμένες εμπορικές ονομασίες ή δόσεις των ίδιων φαρμάκων (και κατά συνέπεια όχι στη δραστική ουσία), απαιτείται αυξημένη εγρήγορση και επικοινωνία με αλλεργιολόγο πριν από τον επικείμενο εμβολιασμό. Για ασθενείς με ιστορικό σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων, θα πρέπει να γίνεται εκτίμηση από τον θεράποντα ιατρό κατά περίπτωση και από τον ιατρό που επιβλέπει τον εμβολιασμό.

4. Αμεση αλλεργική αντίδραση οποιασδήποτε σοβαρότητας στο polysorbate (λόγω πιθανής διασταυρούμενης υπερευαισθησίας με το συστατικό PEG του εμβολίου).

5. Δεν υπάρχουν αρκετά κλινικά δεδομένα για εγκύους και γι’ αυτό προς το παρόν δεν ενδείκνυται ο εμβολιασμός τους με το εμβόλιο για την COVID-19. Για τον ίδιο λόγο δεν ενδείκνυται ακόμη ο εμβολιασμός εφήβων και παιδιών ηλικίας κάτω των 16 ετών.

6. Ο εμβολιασμός θα πρέπει να αναβάλλεται σε ασθενείς με οξεία, σοβαρή εμπύρετη νόσο.

7. Από τις κλινικές μελέτες έχει προκύψει ότι η οι σοβαρές αλλεργικές-αναφυλακτικές αντιδράσεις στο εμβόλιο έναντι της COVID-19 είναι σπάνιες (<1%) (15/1.000.000 δόσεις).

ΣΧΟΛΙΑ