Τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής απειλούν τις τράπεζες

Πηγή συστημικού κινδύνου αποτελεί η κλιματική αλλαγή, με την ΕΚΤ να προετοιμάζεται να αυξήσει τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας για όσες τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν μεγάλη έκθεση στους οικονομικούς κινδύνους που απορρέουν από αυτήν.

Αυτά καταδεικνύουν τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) που διεξήγαγε η ΕΚΤ για την επίδραση που έχει η κλιματική αλλαγή σε 4 εκατομμύρια εταιρείες και 2.000 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα επόμενα 30 χρόνια. Αναφερόμενος στα πρώτα δείγματα των stress tests, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος, επισήμανε την περασμένη Πέμπτη πως «χωρίς περαιτέρω πολιτικές που αφορούν την κλιματική αλλαγή, το κόστος για τις επιχειρήσεις από τα ακραία καιρικά φαινόμενα αυξάνεται σημαντικά, ιδιαιτέρως μάλιστα ο κίνδυνος πτώχευσης».

Οπως αναφέρουν σε δημοσίευμά τους οι Financial Times, κατά κανόνα οι κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη κατηγορία αφορά τον κίνδυνο από ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως πλημμύρες και πυρκαγιές, ενώ η δεύτερη τον κίνδυνο μετάβασης στο πλαίσιο του οποίου πολιτικές για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις, πλήττοντας και την κερδοφορία τους.

O κ. Ντε Γκίντος τόνισε πως τα πρώτα αποτελέσματα από τα φετινά οικονομικά stress tests έχουν ήδη καταδείξει πως η κλιματική αλλαγή «αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πηγή συστημικού κινδύνου, κυρίως για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των οποίων τα χαρτοφυλάκια επικεντρώνονται σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους, και ακόμη περισσότερο σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές».

Σύμφωνα με τους Financial Times, τα τελικά αποτελέσματα από τα stress tests αναμένεται να δημοσιευθούν τον Ιούλιο, ενώ τα ευρήματά τους θα παράσχουν το υπόβαθρο για να αναλυθεί πώς οι τράπεζες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή, περιορίζοντας την έκθεσή τους σε επιχειρήσεις αυξημένου ρίσκου. Παράλληλα, θα αποτελέσουν βάση για να υπολογιστεί ποια επίδραση θα έχει ευρύτερα στην οικονομία, αλλά και σε τι βαθμό θα επηρεάσει εταιρείες που δραστηριοποιούνται εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η ΕΚΤ χρησιμοποιεί δεδομένα που παρείχαν η Four Twenty Seven, θυγατρική της Moody’s, και η εταιρεία ερευνών Urgentem, ώστε να διαμορφώσει τρία διαφορετικά σενάρια: μια ομαλή μετάβαση στην πράσινη οικονομία, μια άτακτη μετάβαση, η οποία θα έχει περιορισμένους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, και έναν κόσμο «θερμοκήπιο», όπου λίγες πράσινες πολιτικές θα οδηγήσουν σε ακραίους φυσικούς κινδύνους.

Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, όσοι μολύνουν περισσότερο το περιβάλλον αλλά και όσες επιχειρήσεις εδρεύουν σε περιοχές που είναι πιο εκτεθειμένες σε φυσικά φαινόμενα τα οποία προκαλούνται λόγω της κλιματικής αλλαγής, αυξάνουν κατά 4 φορές, σε σύγκριση με τον μέσο όρο των επιχειρήσεων, την πιθανότητα να εκτεθούν σε κάποιο φυσικό κίνδυνο τα επόμενα 30 χρόνια. Oι ευρωπαϊκές χώρες του Νότου είναι περισσότερο ευάλωτες σε φαινόμενα ακραίας θερμότητας και πυρκαγιών εν αντιθέσει με τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, που είναι περισσότερο ευάλωτες σε πλημμύρες.

H βιομηχανία εξόρυξης, η ενέργεια, αλλά και η μεταποίηση αποτελούν κλάδους με τις περισσότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αποδεικνύοντας ότι θα πρέπει να προχωρήσουν σε άμεσες αλλαγές στην πολιτική τους για το κλίμα. Από την πλευρά του, ο Φρανκ Ελντερσον, εκτελεστικό μέλος της ΕΚΤ, επισήμανε σε συνέδριο της Morgan Stanley αυτή την εβδομάδα ότι θα αυξηθούν οι απαιτήσεις κεφαλαίων των τραπεζών που έχουν μεγάλη έκθεση σε κινδύνους που συνδέονται με το κλίμα.

ΣΧΟΛΙΑ