«Εκρηξη» των νομίμων παρακολουθήσεων με την επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας

Τι αναφέρει η έκθεση πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών

«Εκρηξη» των νόμιμων παρακολουθήσεων των επικοινωνιών των πολιτών, οι οποίες στην πλειονότητά τους γίνονται με την αόριστη επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας με αποτέλεσμα οι πολίτες – ακόμα και όταν δεν αποδεικνύεται εμπλοκή τους σε κάποια υπόθεση – να μην ενημερώνονται ποτέ για προσωπικά τους δεδομένα που έχουν καταγραφεί και αποθηκευτεί, διαπιστώνει η έκθεση πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) για το 2019.

Βάσει των στοιχείων της Αρχής, το απόρρητο αίρεται με συχνότητα πενταπλασίως υψηλότερη για λόγους διασυνδεόμενους με την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας σε σχέση με άρσεις που αφορούν τη διακρίβωση άλλων εγκλημάτων.

Το φαινόμενο είναι διεθνές, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η οποία παρουσιάστηκε στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφανειας της Βουλής από τον πρόεδρό της, Χρήστο Ράμμο, ενώ χαρακτηριστική της κατάστασης και της «εντυπωσιακής» αύξησής του και στη χώρα μας είναι η σχετική αναφορά ήδη από τον πρόλογό της.

Η Αρχή αφού επισημαίνει ότι το απόρρητο κινδυνεύει ειδικότερα από τη συνεχή ανάπτυξη των τεχνολογιών παρακολούθησης, ηλεκτρονικής πειρατείας που χρησιμοποιούνται με βάση νόμιμες διαδικασίες ή παράνομα και κακόβουλα, αποκαλύπτει ότι «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε όλες τις χώρες και στην Ελλάδα μια εντυπωσιακή αύξηση των νομίμων παρακολουθήσεων των επικοινωνιών των πολιτών, είτε αυτές διενεργούνται μέσω σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας, είτε μέσω μηνυμάτων που ανταλλάσσονται με άλλα μέσα και εφαρμογές. Με τον όρο «νόμιμες» εννοούνται οι παρακολουθήσεις που γίνονται με βάση μια προδιαγεγραμμένη στο νόμο διαδικασία, συνήθως με αίτηση μιας δημόσιας υπηρεσίας και έγκριση της αίτησης από δικαστική αρχή».

Η ΑΔΑΕ τονίζει ότι οι αιτίες του φαινομένου είναι πολλές συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης καταπολέμησης της τρομοκρατίας ή της βαριάς εγκληματικότητας (διακίνηση ναρκωτικών, σωματεμπορία, παιδική πορνογραφία, εγκλήματα στον κυβερνοχώρο κ.ά.) προσθέτοντας πως δεδομένου ότι πρόκειται για υπαρκτές απειλές και κινδύνους, «η επίκληση των λόγων αυτών από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών ή διωκτικές αρχές είναι κατ’ αρχήν θεμιτή για την άμυνα κρατών και κοινωνιών».

«Ωστόσο, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάχρησης όταν αρκεί η αόριστη επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας» σημειώνεται στην έκθεση.

Τέτοιου είδους αιτηματα άρσης απορρήτου μάλιστα φαίνεται ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να απορριφθούν «προ της επίκλησης απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας» και «με κίνδυνο να υπάρξει τελικά κάποια διακινδύνευση στον τομέα αυτό».

Οι συνέπειες ωστόσο αυτής της πρακτικής είναι μείζονος σημασίας καθώς, όπως διαπιστώνει η έκθεση της Αρχής, «Το αποτέλεσμα είναι ότι μπορεί να υποκλαπούν τηλεφωνικές συνομιλίες προσώπων, για τα οποία εκ των υστέρων δεν αποδείχτηκε τίποτε, ενώ αυτά δεν θα πληροφορηθούν ποτέ ότι προσωπικά τους δεδομένα έχουν καταγραφεί και αποθηκευτεί. Υπάρχει ακόμη ο κίνδυνος υπέρβασης της δοθείσης δικαστικής έγκρισης ή των χωρικών παρακολουθήσεων».

Από αυτές τις μαζικές άρσεις μάλιστα ενδεχομένως ανακύπτουν ζητήματα συμβατότητας της εγχώριας διαδικασίας με τους όρους και τις προϋποθέσεις της Ευρωπαικής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Στην ΑΔΑΕ έχει ανατεθεί η ειδικότερη αρμοδιότητα γνωστοποίησης στον θιγόμενο του περιοριστικού μέτρου άρσης του απορρήτου, μετά τη λήξη του και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι «δε διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε»

Μιλώντας για αυτές τις δυσκολίες, ο πρόεδρος της Αρχής επεσήμανε ότι «η ΑΔΑΕ έχει ένα πολύ δύσκολο έργο, αυτό της στάθμισης δύο εξαιρετικά σημαντικών συνταγματικών αγαθών: της προστασίας της ιδιωτικότητας και του απορρήτου των επικοινωνιών και της προστασίας της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας».

Ερωτηθείς μάλιστα για το ζήτημα από αρκετούς βουλευτές της κοινοβουλευτικής επιτροπής, ο κ. Ράμμος ήταν σαφής: «Ακούγονται πολλά για την ΑΔΑΕ, αλλά ξεχνούμε ότι έχει ένα κανονιστικό καθεστώς. Δεν είναι ο αστυνόμος των αιθέρων, δεν έχει επιχειρησιακή αρμοδιότητα, δεν έχει εκτελεστικές εξουσίες». Αλλωστε και στην έκθεση το καθεστώς που διέπει την Αρχή, χαρακτηρίζεται «απαρχαιωμένο και δυσλειτουργικό».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης πεπραγμένων, μόνο το 2019 παρελήφθησαν από την ΑΔΑΕ:

  • 11.680 διατάξεις που αφορούσαν την άρση απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, έναντι 11.113 το έτος 2018 και 7.182 το 2017. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται νέες περιπτώσεις άρσης του απορρήτου, παρατάσεις προγενέστερων διατάξεων και διατάξεις που ορίζουν την παύση της άρσης του απορρήτου, πριν την παρέλευση του χρόνου που έχει ορισθεί από την αρχική διάταξη. Οι τελευταίες πάντως βαίνουν διαρκώς μειούμενες και ανήλθαν το 2019 σε 2% του συνολικού αριθμού και το 2018 σε 3,7%.

    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει σαφές ότι οι αριθμοί αυτοί μπορεί να αφορούν έως και πολύ μεγαλύτερο αριθμό τηλεφωνικών συνδέσεων ή και πολιτών, καθώς αφορούν στο πλήθος των διατάξεων που έχουν εκδοθεί από τις δικαστικές αρχές και έχουν κοινοποιηθεί στην ΑΔΑΕ και όχι τον αριθμό των συνδέσεων ή ατόμων επί των οποίων διατάσσεται η άρση του απορρήτου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο κάθε διάταξης μπορεί να περιλαμβάνεται αριθμός συνδέσεων που υπερβαίνει τον ένα τηλεφωνικό αριθμό.

  • 2.302 βουλεύματα δικαστικών συμβουλίων, έναντι 3.400 το έτος 2018 – αριθμός που αντιστοιχεί σε μείωση ποσοστού 32,29% σε σχέση με τα αριθμητικά δεδομένα του προηγούμενου έτους.

Την ίδια στιγμή παρά τον ολοένα αυξανόμενο όγκο των αιτημάτων άρσης απορρήτου, η ποιοτική επεξεργασία τους είναι απολύτως περιορισμένη αφού το αρμόδιο αυτοτελές τμήμα της που έχει έναν ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο, υπήρξε διαχρονικά υποστελεχωμένο σε σημείο που η σύνθεσή του να μην υπερβαίνει ποτέ τον …έναν υπάλληλο, ενώ κατά διαστήματα το έργο του τμήματος επιτελούσε υπάλληλος, με παράλληλη άσκηση καθηκόντων και σε άλλο τμήμα της Αρχής.

Η κατάσταση ήταν δυσχερέστερη την περίοδο της πανδημίας καθώς παρά το γεγονός ότι γρήγορα υιοθετήθηκε η εξ αποστάσεως εργασία από τους υπαλλήλους της ΑΔΑΕ, το αντικείμενο αυτό ουσιαστικά δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί με τον τρόπο αυτό. Κι αυτό επειδή αφενός δεν είναι δυνατή η μεταφορά των εγγράφων που αφορούν τις άρσεις του απορρήτου και η επεξεργασία τους εκτός της έδρας της Αρχής, ενώ επιπροσθέτως λόγοι ασφάλειας που συνδέονται με την υψηλή διαβάθμιση των σχετικών εγγράφων και τα ευαίσθητα ζητήματα που αυτά πραγματεύονται, καθιστούν αυτονόητα ανέφικτη την τηλεπαρακολούθηση των συναφών υποθέσεων.

Αρση απορρήτου και από τους οικονομικούς εισαγγελείς

Μεγάλη συζήτηση κατά τη διάρκεια της ακρόασης των μελών της Αρχής έγινε και για την τροπολογία που ψηφίστηκε στα τέλη του 2019 και δίνει τη δυνατότητα και την αρμοδιότητα στους οικονομικούς εισαγγελείς να ζητήσουν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για «κακουργήματα», τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται ούτε εξειδικεύονται περαιτέρω.

Για το ζήτημα αυτό η Αρχή είχε εκδώσει σχετική ανακοίνωση, στην οποία αφού διευκρίνιζε ότι αν και αποτελεί την κατά το Σύνταγμα αρμόδια για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών Ανεξάρτητη Αρχή, ουδέποτε ενημερώθηκε σχετικά, υπογράμμιζε πως η εν λόγω τροπολογία «είναι πιθανό να προκαλέσει ζητήματα συμβατότητας της διάταξης με το Σύνταγμα, το οποίο περιέχει πολύ αυστηρές ρυθμίσεις σε σχέση με το επίμαχο θέμα καθώς και με την ΕΣΔΑ. Το πρόβλημα παραμένει ακέραιο, ακόμη και αν γίνει ερμηνευτικά δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή υπονοούνται μόνο κακουργήματα για τα οποία έχουν ανακριτικές ή διωκτικές αρμοδιότητες οι οικονομικοί εισαγγελείς».

Σημείωνε μάλιστα ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας απαιτεί στη διάταξη, με την οποία προβλέπονται οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η άρση, να προσδιορίζονται επακριβώς και εξατομικευμένα τα επιμέρους αδικήματα, για τα οποία επιτρέπεται να επιχειρηθεί αυτή η τόσο σημαντική επέμβαση στον ιδιωτικό βίο του θιγόμενου προσώπου. «Γενικές περιγραφές, ή περιγραφές με βάση «οικογένειες» αδικημάτων δεν πληρούν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Πότε προβλέπεται άρση του απορρήτου

Η άρση του συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος στην απόρρητη, ελεύθερη ανταπόκριση μπορεί να διαταχθεί μόνο με εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας (εισαγγελική αρχή ή δικαστικό συμβούλιο) είτε για λόγους που αφορούν την προστασία της εθνικής ασφάλειας, είτε για λόγους που συνδέονται με τη διακρίβωση των περιοριστικώς αναφερόμενων στον νόμο εγκλημάτων (άρθρο 4 Ν. 2225/ 1994 και άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).

Στη διαδικασία αυτή η ΑΔΑΕ «υπεισέρχεται μόνο στον έλεγχο της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, χωρίς να εξετάζει την κρίση των αρμόδιων δικαστικών αρχών». Στην Αρχή παραδίδεται, μέσα σε κλειστό φάκελο, όλο το κείμενο της διάταξης που επιβάλλει την άρση του απορρήτου. Η σχετική αλληλογραφία είναι απόρρητη και τηρείται σε ειδικό αρχείο, στο οποίο έχουν πρόσβαση ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και ένα ακόμη μέλος της, το οποίο είναι ειδικά εξουσιοδοτημένο γι΄αυτό. Ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ ενημερώνει σε κάθε περίπτωση τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Οι κριτικές επισημάνσεις της ΑΔΑΕ

«Προδήλως εμφανή» χαρακτηρίζει η έκθεση πεπραγμένων τη συχνότερη προσφυγή των αρχών στην άρση του απορρήτου για λόγους αναγόμενους στην προστασία της εθνικής ασφάλειας.

Στην περίπτωση αυτή μάλιστα προβλέπεται ότι τα αιτήματα άρσεων απορρήτου δεν περιλαμβάνουν φυσικό πρόσωπο ή σύνδεση, δεν απαιτούν αιτιολογία, ενώ μπορούν να μένουν σε ισχύ στο διηνεκές αφού δεν προβλέπεται ανώτατο χρονικό όριο και διάρκεια μετά το πέρας της οποίας αίρεται το μέτρο.

Για τη διαχρονική αυτή τάση η ΑΔΑΕ θέτει τους εξής προβληματισμούς:

  • Στις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας την απόφαση λαμβάνει ο Εισαγγελέας Εφετών, ενώ όταν πρόκειται για άρσεις που αφορούν τη διακρίβωση εγκλημάτων, την απόφαση λαμβάνει κατ’ αρχάς, δικαστικό συμβούλιο – «όργανο του οποίου η συλλογικότητα παρέχει εξ’ ορισμού υψηλότερα εχέγγυα αξιοπιστίας σε σχέση με τη μονοπρόσωπη εισαγγελική αρχή».
  • Στη διάταξη, διά της οποίας επιβάλλεται η άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, δεν προβλέπεται εκ του νόμου υποχρέωση αναγραφής του ονόματος «του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων λαμβάνεται το μέτρο της άρσης». «Αυτό πρακτικά οδηγεί στη δυνατότητα άρσης του απορρήτου χαρακτήρα της επικοινωνίας για αόριστο αριθμό φυσικών προσώπων (μη ατομικώς προσδιορισμένων). Στην περίπτωση ωστόσο, τέτοιων «μαζικών ή χωρικών» άρσεων ανακύπτουν ζητήματα συμβατότητας της εγχώριας διαδικασίας με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ».
  • Στην άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, ο νόμος δεν προβλέπει υποχρέωση αιτιολόγησης της σχετικής απόφασης. Αν και η ΑΔΑΕ επισημαίνει πως η επιλογή αυτή του νομοθέτη συναρτάται με την ανάγκη διαφύλαξης πληροφοριών που ανάγονται στον σκληρό πυρήνα του κράτους και της ασφάλειάς του, «εντούτοις, η συστηματική άρση του απορρήτου στην πράξη, κυρίως, για λόγους εθνικής ασφάλειας εγείρει επιφυλάξεις και σκεπτικισμό. Ειδικότερα, η παράλειψη αιτιολογίας αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο ως προς την τήρηση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και της αρχής της αναλογικότητας – γεγονός που θέτει αυτοτελή ζητήματα σε σχέση με τις αρχές και τα minima του κράτους δικαίου».

ΣΧΟΛΙΑ