Ο παράγοντας που διπλασιάζει τον κίνδυνο θανάτου στους νοσηλευόμενους ασθενείς

Συνολικά ποσοστό 19% είχε προυπάρχουσα διάγνωση διαβήτη

Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορεί να επιδεινώσουν την πρόγνωση και να υπερδιπλασιάσουν τον κίνδυνο θανάτου για ασθενείς με COVID-19, συμπεριλαμβανομένων όσων δεν πάσχουν από διαβήτη, βάσει μεγάλης κλίμακας μελέτης που διεξήχθη στην Ισπανία υπό το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Juan Ramon Jimenez και δημοσιεύεται στο Annals of Medicine.

Τα ευρήματα της εν λόγω μελέτης βασίζονται σε περισσότερους από 11.000 νοσηλευόμενους ασθενείς στην Ισπανία -μη βαρέως πάσχοντες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μελέτη του είδους έως σήμερα, η οποία έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η υπεργλυκαιμία -ο ιατρικός όρος για υψηλή γλυκόζη στο αίμα- σχετίζεται με υψηλότερες πιθανότητες θανάτου ανεξαρτήτως εάν συνυπάρχει ή μη διαβήτης.

Οι ερευνητές καλούν, κατ’ επέκταση, να καταστεί υποχρεωτικός ο έλεγχος της γλυκόζης αίματος και να ακολουθεί η άμεση έναρξη θεραπευτικής αγωγής για κάθε μη διαβητικό νοσούντα από COVID-19 που εισέρχεται στο νοσοκομείο, ώστε να μειωθούν πιθανές επιπλοκές λόγω του κορωνοϊού. Και προτρέπουν τους γιατρούς να μην παραβλέπουν τη συγκεκριμένη μέτρηση, ανεξάρτητα από το εάν υφίσταται ιστορικό διαβήτη.

Τα ευρήματα καταδεικνύουν συγκεκριμένα ότι ασθενείς με υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είχαν περισσότερες από δύο φορές περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν από τον κορωνοϊό συγκριτικά με ασθενείς με φυσιολογικές ενδείξεις (41,4% σε σύγκριση με 15,7%). Παράλληλα, προέκυψε ότι είχαν αυξημένη ανάγκη για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και περισσότερες πιθανότητες εισαγωγής σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

«Ο έλεγχος για υπεργλυκαιμία σε ασθενείς χωρίς διαβήτη και η έγκαιρη θεραπεία θα πρέπει να είναι υποχρεωτικός στη διαχείριση ασθενών που νοσηλεύονται με COVID-19» τονίζει ο συντονιστής της μελέτης Δρ Javier Carrasco από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Juan Ramon Jimenez.

Η υπεργλυκαιμία αποτελεί σύνηθες πρόβλημα για τους πάσχοντες από διαβήτη, αλλά μπορεί επίσης να πυροδοτηθεί από ασθένεια ή τραυματισμό. Προγενέστερες μελέτες έχουν συνδέσει οξείες περιπτώσεις με επιπλοκές σε διαβητικούς και μη διαβητικούς νοσοκομειακούς ασθενείς, και έχουν παρατηρήσει ανάλογες συσχετίσεις μεταξύ ασθενών με COVID-19.

Η συγκεκριμένη μελέτη είχε ως ζητούμενο να διερευνήσει τη συσχέτιση μεταξύ της υπεργλυκαιμίας και της χρονικής διάρκειας νοσηλείας, του μηχανικού αερισμού των ασθενών, της εισαγωγής σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και της θνησιμότητας, αλλά ανεξάρτητα από την ύπαρξη διάγνωσης για διαβήτη.

Στο πλαίσιο της μελέτης αναλύθηκαν στοιχεία που αντλήθηκαν από εθνικό μητρώο, το οποίο συγκεντρώνει δεδομένα από περισσότερα από 100 νοσοκομεία της Ισπανίας εν μέσω της πανδημίας –συνολικά συμπεριλήφθηκαν 11.312 ασθενείς ηλικίας 18 ετών και άνω, οι οποίοι εισήχθησαν για νοσηλεία από τον Μάρτιο έως τα τέλη Μαΐου.

Ταξινομήθηκαν σε τρεις ομάδες που σχετίζονται με τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους και κυμαίνονται από φυσιολογικά έως υψηλά (<140 mg/dl, 140-180 mg/dl και >180 mg/dl). Συνολικά ποσοστό 19% είχε προυπάρχουσα διάγνωση διαβήτη.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα του ασθενούς, όπως μετρήθηκαν κατά την εισαγωγή στο νοσοκομείο, συσχετίζονται μεμονωμένα με την εισαγωγή στη ΜΕΘ, τον μηχανικό αερισμό και / ή το θάνατο, ανεξάρτητα από το εάν ο ασθενής είναι διαβητικός ή μη.

Ένας στους πέντε ασθενείς πέθανε στο νοσοκομείο, με υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας να καταγράφονται μεταξύ εκείνων που παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Δεν εντοπίστηκε διαφορά μεταξύ των ποσοστών θανάτου για πάσχοντες από διαβήτη ή μη.

Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν, πάντως, ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν είχαν ελέγξει το σάκχαρο αίματος για κάποια χρονική περίοδο, ως εκ τούτου ορισμένοι που ταξινομήθηκαν ως μη διαβητικοί ενδέχεται να έπασχαν από τη νόσο χωρίς να το γνωρίζουν.
ygeiamou.gr

ΣΧΟΛΙΑ