Οι «αόρατοι» της ενδοοικογενειακής βίας, τέσσερα περιστατικά, και τα αναρίθμητα «πρέπει»

Η φευγαλέα επισήμανση ότι εξαιρετικά σημαντική πτυχή του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας αφορά επίσης ηλικιωμένους συνανθρώπους μας, μικρά παιδιά, αλλά και γονείς που γίνονται «θύμα» βίαιης συμπεριφοράς τέκνων, είναι το μοναδικό νέο στοιχείο και όφελος από την τελευταία περίπτωση ενασχόλησης της Βουλής, μέσω της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το φαινόμενο αυτής της μορφής βίας.

Η Επιτροπή αυτή συνεδρίασε στις 22 Μαΐου, για δεύτερη φορά με το συγκεκριμένο θέμα. Η πρώτη ήταν στις 8/5, με αντικείμενο -τότε- την ενημέρωση από τη Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων για τα αποτελέσματα της εκστρατείας κατά της ενδοοικογενειακής βίας, στην διάρκεια της καραντίνας για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Το θέμα της δεύτερης συνεδρίασης, που έγινε με την διαδικασία της τηλεδιάσκεψης, ήταν «Ενδοοικογενειακή βία στον καιρό του κορωνοϊού: Οι γυναικείες οργανώσεις καταθέτουν την εμπειρία τους».

Όπως προαναφέρθηκε, από τη συνεδρίαση -που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τρεις ώρες- φάνηκε να ξεχωρίζει η επισήμανση ότι το φαινόμενο που προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις στην καραντίνα, αλλά και που αναμένεται να παραμείνει υπαρκτό σε επίσης μεγάλες διαστάσεις και το προσεχές διάστημα λόγω των κοινωνικών συνθηκών, δεν αφορά μόνο τις γυναίκες.

«Το γυναικείο κίνημα έχει καθήκον, έχει χρέος να δει επίσης τα θέματα των παιδιών και των ηλικιωμένων, των ευάλωτων ομάδων που η ενδοοικογενειακή βία πλήττει ιδιαίτερα», υπογράμμισε η κυρία Ειρήνη Φερέτη από το Σύνδεσμο για τα Δκαιώματα της Γυναίκας..

«Θα ήθελα να κάνω μία αναφορά στα ηλικιωμένα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας», σημείωσε στο τέλος της παρέμβασής της η κυρία Ολγα Γκίνη, πρόεδρος της ΧΕΝ Ελλάδος.

Ωστόσο, ουδείς άλλος – κυρίως ουδέν εκ των μελών της Επιτροπής και της εθνικής αντιπροσωπείας σχολίασαν την εν λόγω παράμετρο, ούτε ειπώθηκε κάτι, έστω ως ιδέα, για προγραμματισμό ακρόασης ειδικών με τα τμήματα αυτά του πληθυσμού φορέων, είτε κοινωνικών είτε κρατικών.

Ένα αναμενόμενο πλαίσιο

Η υπόλοιπη συνεδρίαση εξελίχθηκε σε μάλλον αναμενόμενο πλαίσιο: Οι προσκεκλημένες οργανώσεις έκαναν μια συνοπτική παρουσίαση του έργου τους, διατύπωσαν ορισμένες παρατηρήσεις ή προτάσεις, οι εκπρόσωποι των κρατικών φορέων έδωσαν την δική τους εικόνα, και η Επιτροπή ανανέωσε το «ραντεβού» της για μια επόμενη συνεδρίαση, με την πρόεδρό της Σοφία Βούλτεψη να κλείνει, όπως και προ 14ημέρου τη συνεδρίαση λέγοντας πόσο καλά τα πάει η Ελλάδα στο συγκεκριμένο πεδίο. Έτσι σχεδόν όλοι εξέρχονται με «κέρδη»: η μεν Βουλή διά της Επιτροπής της θα έχει να λέει ότι ασχολείται με το θέμα, οι δε οργανώσεις ότι ενημέρωσαν ως και το Κοινοβούλιο.

Ειδικά οι της Επιτροπής θα έχουν να αναφέρουν στο μέλλον ότι στη συνεδρίαση αυτή προσκλήθηκαν 36 φορείς, αλλά μάλλον δεν θα ειπωθεί ότι ο/η κάθε εκπρόσωπος είχε μόνο τρία λεπτά να μιλήσει (διότι η αίθουσα όπου βρίσκονταν τα μέλη έπρεπε να εκκενωθεί λόγω υγειονομικών κανόνων στη Βουλή), και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να γίνει, δίχως και πάλι σχετική προετοιμασία ουσιαστικός διάλογος μεταξύ προσκεκλημένων και μελών της Επιτροπής.

Τούτων δοθέντων, από την καταγραφή των όσων ειπώθηκαν, ξεχωρίζουν κατ’ αρχήν οι αναφορές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις γυναικών-θυμάτων.

Τέσσερις υποθέσεις

Δύο εξ αυτών επισημάνθηκαν από την κυρία Αλεξία Τσούνη, μέλος της γυναικείας οργάνωσης «Το ΜΩΒ»:

«Πρώτη υπόθεση. Στις 8 Μαρτίου η γυναίκα, και μητέρα δύο ανήλικων κοριτσιών, ζητά βοήθεια για στέγαση, ώστε να μπορέσουν να φύγουν από το σπίτι, λόγω μακροχρόνιας ενδοοικογενειακής βίας. Η κατάσταση στο σπίτι επιδεινώνεται ακραία μέσα στην καραντίνα. Ήδη, από το 2016, η γυναίκα ζητά συνεχώς βοήθεια από το συμβουλευτικό κέντρο Πειραιά για στέγαση και νομική εκπροσώπηση. Το κέντρο της παρέχει μόνο νομική, συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη και δεν αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα που είναι η στέγαση, ώστε η γυναίκα και τα κορίτσια να μπορέσουν να φύγουν απ’ το κακοποιητικό περιβάλλον.

Δεύτερη υπόθεση. 1η Μαΐου. Γυναίκα πηγαίνει στο Αστυνομικό Τμήμα Πατησίων στο οποίο υπάγεται λόγω κατοικίας, για να καταγγείλει τον εν διαστάσει σύζυγό της για ενδοοικογενειακή βία. Το Α.Τ. την αποτρέπει να υποβάλει μήνυση και δεν δέχτηκε ούτε να κάνει συστάσεις στον εν διαστάσει σύζυγο, ούτε να καταγράψει την καταγγελία στο βιβλίο συμβάντων. Της αντιπροτείνει, την επόμενη φορά να καλέσει το 100. Η γυναίκα πηγαίνει στο Α.Τ. Κυψέλης, το οποίο δέχεται να καταγράψει το περιστατικό και να κάνει συστάσεις. Στη συνέχεια, η γυναίκα πήγε στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων και ζητά να μιλήσει στον εισαγγελέα υπηρεσίας. Στη θύρα της Ευελπίδων της λένε να φύγει».

Η τρίτη υπόθεση αναφέρθηκε από την κυρία Ειρήνη Μουσταφέλλου, πρόεδρο της Διεθνούς Ένωσης Γυναικών Λακωνίας: «Θα σας διαβάσω κάτι: «Νιώθω να πνίγονται με προσβάλλει με κακομεταχειρίζονται ξεσπάει πάνω μου και δεν μπορώ καν να βγω από το σπίτι . Αυτά όλα μπροστά στο παιδί. Πήρα την αστυνομία. Μου είπαν κάνε υπομονή άμα συνεχίσει το βλέπουμε. Όμως φοβάμαι». Αυτή η ανώνυμη μαρτυρία, αποτυπώνει μια από τις αθέατες και πονεμένες πλευρές της καραντίνας, που αφορά ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να βρίσκονται μεν κάτω από κάποια στέγη, αυτή όμως πολύ απέχει από το να χαρακτηριστεί ασφαλής».

Η τέταρτη υπόθεση ειπώθηκε από τη βουλευτή Αναστασία-Αικατερίνη Αλεξοπούλου: «Πολύ πρόσφατα, είχα μια προσωπική εμπειρία που θέλω να τη μοιραστώ μαζί σας, στην περιοχή Κυψέλης. Μόλις πριν λίγα εικοσιτετράωρα μια γνωστή μου κυρία πήγε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής Αθηνών για να καταγγείλει περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας που έλαβε χώρα δίπλα στο σπίτι της. Στο αστυνομικό τμήμα το συγκεκριμένο έσπευσα και εγώ για να λάβω γνώση του τι συνέβη, ως μια αυθεντική μαρτυρία που σχετίζεται επακριβώς με το θέμα μας. Η γυναίκα αυτή ήταν αυτόπτης μάρτυς ωμής βίας που ασκήθηκε από το γιό προς τη μητέρα και η ίδια θεώρησε καθήκον της και νομίζω ορθά έπραξε, να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία.

Εκεί, λοιπόν, αφού καταγγέλθηκε το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια, έγινα και εγώ μάρτυρας του πόσα ακόμα πρέπει να γίνουν προς την κατεύθυνση προστασίας της ζωής αθώων ανθρώπων, παρά, ομολογουμένως, καλή στάση, βέβαια, είχαν και θέληση οι αστυνομικοί, η διαδικασία, αποδείχθηκε εξαιρετικά γραφειοκρατική και χρονοβόρα, ενώ θα έπρεπε, ασφαλώς, τα όργανα της τάξης και της δικαιοσύνης να επεμβαίνουν σε τέτοιες περιπτώσεις ταχύτερα, γιατί η μάρτυς έλαβε και απειλή, απειλήθηκε από το δράστη. Της είπε συγκεκριμένα, ότι «είμαστε στην ίδια γειτονιά, θα δεις τι έχεις να πάθεις», μπροστά στον αστυνομικό, το οποίο δεν το έλαβε κανένας υπ’ όψιν».

Επισημάνσεις

Κατά τα λοιπά, υπήρξαν συγκεκριμένες γενικές παρατηρήσεις και προτάσεις, λίγο-πολύ γνωστές σε όλους όσοι παρατηρούν το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως μεταξύ άλλων:

«Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στην άμεση απομάκρυνση του κακοποιητή από το οικογενειακό περιβάλλον» (Ολγα Γκίνη, ΧΕΝ).

«Καλείται η πολιτεία να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες, όπως η συστηματική παροχή υπηρεσιών πρόληψης και ψυχολογικής, κοινωνικής, νομικής στήριξης και φιλοξενίας σε γυναίκες που βρίσκονται σε απειλή, συμπεριλαμβανομένων και των αλλοδαπών, των αναπήρων και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Να συνεχίσει όλες τις εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης και μετά το τέλος της κοινωνικής κρίσης, σχετικά με τις διαθέσιμες τηλεφωνικές γραμμές και τις υπάρχουσες δομές. Να ενισχύσει τις δομές υγείας και αστυνομίας, όπως και τις υπηρεσίες και τις τηλεφωνικές γραμμές καταγγελιών. Τέλος, να διασφαλίσει την αποτελεσματική πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη και μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης» (Κατερίνα Χαροκόπου, Εθνική ΅Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου).

«Χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα, προώθηση και άλλης καμπάνιας, καλύτερη ευαισθητοποίηση, περισσότερες δομές, περισσότερη χρηματοδότηση» (Μίκα Ιωαννίδου, Ελληνική Αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Lobby Γυναικών).

«Το νομικό πλαίσιο είναι τέλειο, όμως όπου προβλέπεται εκ του προεδρικού διατάγματος –εγώ δεν θα κουραστώ να το λέω- για την πλήρη εφαρμογή του νόμου ερευνήσαμε αν όντως έχει εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα; Εγώ σας λέω, όχι δεν έχουν εκδοθεί. Αυτό θα πρέπει να το πιάσουμε πολύ καλά και μάλιστα γενικότερα σε ένα ποσοστό 70% των νόμων, δεν έχουν εκδοθεί προεδρικά διατάγματα ή κοινές αποφάσεις που επιβάλλουν την εφαρμογή του νόμου. Είναι στον αέρα, δηλαδή, όλα τα προστατευτικά μέτρα που ψηφίζουμε ευχαρίστως και με το όποιο οικονομικό κόστος έχουμε όλες μας . Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα» (Λίλιαν Ζέλλου, Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων).

«Να αναζητηθεί ίσως μία συνεργασία και μία ανάθεση αρμοδιοτήτων σε επίπεδο δήμων, προκειμένου οι κοινωνικές υπηρεσίες τους να μπορούν να παρέχουν άμεσα βοήθεια στις γυναίκες που το έχουν ανάγκη» (Καλλιόπη Λυκοβαρδή, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για την Ίση Μεταχείριση).

«Θεωρούμε αναγκαία τη συνέχιση του τηλεοπτικού μηνύματος και τη γραμμή «SOS 15900» σε σταθερή βάση, καθόλη τη διάρκεια του έτους. Άμεση επικύρωση της διεθνούς σύμβασης κατά της βίας και της παρενόχλησης που ψηφίστηκε την Παρασκευή 21 Ιουνίου του 2019 από τη διεθνή οργάνωση εργασίας στη Γενεύη. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν την έχει ακόμα επικυρώσει» (Μάττα Σαμίου, Υπεύθυνη Εκστρατειών της Οργάνωσης «ActionAid Hellas»).

«Να υπάρχει εύκολος και άμεσος τρόπος προσέγγισης των υποδομών, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Ενταξη προγραμμάτων για τα θέματα βίας στα γυμνάσια, στα λύκεια και στα πανεπιστήμια» (Λίλιαν Γαζή, Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών).

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα ακόμα και σήμερα είναι ότι τα δικαστήρια υπολειτουργούν. (…) Έχουμε την εντύπωση ότι εισαγγελείς και δικαστές δεν εστιάζουν προστασία των θυμάτων αλλά στην ποινή του δράστη η οποία είναι πάντα με αναστολή, εκτός αν έχει υπάρξει δολοφονία» (Κική Πετρουλάκη, Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας).

«Πρέπει να υπάρχει εισαγγελέας 24 ώρες το εικοσιτετράωρο κομμάτι της εισαγγελίας, να προχωρήσουμε σε δικαστήρια τα οποία ειδικώς θα εξετάζουν ζητήματα οικογενειακού δικαίου σε αυτό το επίπεδο της κακοποίησης» (Λιάνα Κανέλλη, ΚΚΕ).

«Πρέπει οπωσδήποτε να συζητήσουμε το επόμενο διάστημα την ένταξη της σεξουαλικής εκπαίδευσης και της οπτικής του φύλου στην εκπαίδευση» (Ειρήνη Αγαθοπούλου, ΣΥΡΙΖΑ).

«Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα Ειδικό Τμήμα Ενδοοικογενειακής Βίας, το οποίο να ασχολείται αποκλειστικά με αυτά τα περιστατικά, κατόπιν, όμως, της απαιτούμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης των αστυνομικών οργάνων και των οποιωνδήποτε επαγγελματιών που παρεμβάλλονται, όπως είναι και οι κοινωνικοί λειτουργοί. (…) Είναι πολλές οι παρεμβάσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν. Θεωρώ ότι ειδικά σε επίπεδο δήμων, αυτό το οποίο λείπει, είναι τα χρηματοδοτικά εργαλεία» (Αγγελική Αδαμοπούλου, ΜέΡΑ25).

ΣΧΟΛΙΑ