Γιώργος Κηρύκου: Ο αφανής ήρωας του Πολυτεχνείου που συνελήφθη, βασανίστηκε και το τραγικό τέλος του

Στα 19 ανέμιζε τη γαλανόλευκη στο Πολυτεχνείο, στα 38 χάθηκε στις φλόγες στην καταστροφική πυρκαγιά της Ικαρίας

Νύχτα 17ης Νοεμβρίου 1973… Το εκτυφλωτικό φως των εισβολέων «δείχνει τον δρόμο» στο τεθωρακισμένο. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανκς. Κλαγγές όπλων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η … εισβολή.

Αυτός σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «όχι, αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».

Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα του, έγιναν συντρίμμια. Ποτέ όμως δεν φοβήθηκε για την τύχη του. Γνώριζε καλά πως χρειαζόταν αγώνας για το ταξίδι που τελειωμό δεν είχε. Αγώνας κι αγωνία για τη ζωή, που μας ξεπερνάει και συνεχίζεται… Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!

Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δύο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας, το 1993, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μία ακόμη θυσία…

005.jpg

Κυνηγώντας το όνειρο

Ο 38χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος. Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδελφή του, Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια: «Άντε ν’ αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξή μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».

Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής, ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνον τον καιρό. Το όνειρό του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια και να τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει.

Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο. «Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», ανέφερε η 42χρονη, τότε, αδελφή του Όλγα.

«Δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Άρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνεχώς ‘’χάθηκε το παιδί μου’’. Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί».

Σε Βραζιλία και ΗΠΑ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγων των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μία κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο κι έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας. «Έκανε αυτό που αγαπούσε», σύμφωνα με την αδερφή του Όλγα.

«Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ‘87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με τη μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο» κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσε.

Όλα στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες, έτρεξε με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσανίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς.

Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι.  «Είμαι υπερήφανη για τον αδελφό μου. Για μας ο Γιώργος ζει, δεν έχει πεθάνει. Μιλάω γι’ αυτόν συνεχώς στα δυο μου παιδιά. Η γλύκα του συναισθήματος και η τρυφεράδα του γεννάει τη μνήμη και το όνειρο. Μπορεί να συντρίψει και την πιο σκληρή πραγματικότητα. Η αγάπη μας γι’ αυτόν γεμίζει τα κενά της απώλειάς του».

sc007.jpg
an0006.jpg

 

  • Το άρθρο γράφτηκε από την Μαρίνα Ζιώζου και δημοσιεύτηκε στο «Έθνος της Κυριακής» στις 14 Νοεμβρίου του 2004

ΣΧΟΛΙΑ