Το πρόβλημα των εξαρτήσεων αναζητά συλλογική δράση, ενημέρωση και διάλογο

«O χρήστης ουσιών χρειάζεται δύο ευκαιρίες. Την πρώτη πρέπει να τη δώσει ο ίδιος στον εαυτό του ακολουθώντας ένα θεραπευτικό πρόγραμμα. Τη δεύτερη πρέπει να του τη δώσει η κοινωνία, στηρίζοντας την προσπάθειά του για ένταξη»

(Δήλωση πρώην εξαρτημένου ατόμου)

Η ουσιοεξάρτηση αποτελεί φαινόμενο που βρίσκεται άμεσα συνυφασμένο με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Δεν αφορά μόνο ατομικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, προσωπικότητα, ψυχολογική κατάσταση) αλλά σχετίζεται άμεσα και με το μικρο-κοινωνικό (δυσλειτουργική οικογένεια, παρέες, ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον) αλλά και με το μακρο-κοινωνικό (συνθήκες διαβίωσης, ανεργία, φτώχεια, πρότυπα, κοινωνικός αποκλεισμός) σύστημα του ατόμου.

Απαιτείται, επομένως, ξεκινώντας από την Πολιτεία, ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο εθνικό σχέδιο δράσης λαμβάνοντας υπόψη εμπεριστατωμένα στατιστικά στοιχεία. Έπειτα, η Αυτοδιοίκηση Α΄ και Β’ βαθμού, σε συνεργασία με τους φορείς κατά των εξαρτήσεων, να διαμορφώνουν σύγχρονα κοινωνικά προγράμματα και πολιτικές προσαρμοσμένες στην προάσπιση της δημόσιας υγείας, στην στήριξη και υπεράσπιση των δικαιωμάτων των χρηστών και στην προώθηση της κοινωνικής τους επανένταξης.

Χρειάζονται καταρτισμένοι επαγγελματίες με συνεχή επιμόρφωση στις αναδυόμενες συνθήκες της ουσιοεξάρτησης ενώ ο ρόλος της εκπαίδευσης (παρέμβαση και στο φοιτητικό πληθυσμό σε συνεργασία με τους συμβουλευτικούς σταθμούς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) κρίνεται ουσιώδης, με την καλλιέργεια κοινωνικών δεξιοτήτων που θα λειτουργούν ως προστατευτικοί παράγοντες.

Ακόμα, η αλλαγή νοοτροπίας μας προς μία επιεικέστερη αντιμετώπιση, πιο ανθρωπιστική στάση απέναντι σε αυτά τα άτομα είναι αναγκαία. Την αρχή την κάνουμε αποβάλλοντας τη ρατσιστική συμπεριφορά και το στίγμα της εξάρτησης και έπειτα οδηγούμαστε στην κοινωνική συμμετοχή και υποστήριξη μέσω της ευαισθητοποίησης (το οποίο εναπόκειται στην κρίση του καθενός). Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και τα εξαρτημένα άτομα έχουν το δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση, στην προνοιακή μέριμνα, σε στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής και ασφαλείας.

Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι αξιοσημείωτο έργο, κάτω από δύσκολες κοινωνικές, οικονομικές και υλικοτεχνικές συνθήκες, παράγουν οι φορείς και οι δομές κατά των εξαρτησιογόνων ουσιών. Με μειωμένα κονδύλια και ελάχιστους πόρους, παρεμβαίνουν, διαμορφώνουν θεραπευτικά πλάνα, αξιολογούν, υποστηρίζουν, συμβουλεύουν, ενδυναμώνουν, προλαμβάνουν και ενημερώνουν. Ασχολούνται με τους πυλώνες της πρόληψης (κέντρα πρόληψης και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας), της θεραπείας (θεραπευτικές κοινότητες) και της μείωσης της βλάβης (κέντρα βοήθειας, σταθμοί φροντίδας, προγράμματα αυτοβοήθειας, streetwork). Το κράτος μέσω σταθερών χρηματοδοτήσεων και η τοπική αυτοδιοίκηση μέσω κοινωνικών δράσεων και προγραμμάτων, οφείλουν να ενισχύουν τους φορείς και τις δομές ώστε να επιτελούν απρόσκοπτα το πολύπλευρο έργο τους.

Η επαγγελματική και η κοινωνικό-οικονομική επανένταξη των ατόμων που ολοκληρώνουν μια μακρά και επίπονη προσπάθεια απεξάρτησης αποτελεί το σημαντικότερο δείκτη πρόληψης της υποτροπής.

 

  • Βοηθός Περιφερειάρχη σε θέματα Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Γ’ Αντιπρόεδρος της Ε.Σ.Α.μεΑ.

ΣΧΟΛΙΑ