«Invisible» στην Πάτρα: Μεταξύ ωμού ρεαλισμού, ευαισθησίας και φανταστικού

Ο Δημήτρης Αθανίτης μιλά με αφορμή την προβολή της βραβευμένης ταινίας του

του Γιάννη Μουγγολιά

Με αφορμή την προβολή της βραβευμένης ταινίας «Invisible» (10 διεθνή Βραβεία και συµµετοχή σε πάνω από 20 φεστιβάλ σε όλο τον κόσµο, από τη Σαγκάη και το Σίδνεϋ, µέχρι το Λος Άντζελες και το Σικάγο) την ερχόμενη Τρίτη 21 Μαρτίου στις 8μμ στο Πάνθεον της Πάτρας σε διοργάνωση του γυµνού οφθαλµού, ο σκηνοθέτης της Δημήτρης Αθανίτης που θα παρευρεθεί και στην προβολή, μιλά στο patrastimes.gr για την ταινία αποκαλύπτοντας θεατές και αόρατες πλευρές της.

ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟ

Ο Άρης (Γιάννης Στάνκογλου) είναι ένας µοναχικός 35άρης, χωρισµένος, που δουλεύει σε ένα εργοστάσιο. Όταν ξαφνικά απολύεται χωρίς καµιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύµα µιας ακραίας αδικίας. Όµως ο Άρης δεν είναι µόνος του. Έχει µαζί του και τον εξάχρονο γιο του.

Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Κόρα Καρβούνη, Μενέλαος Χαζαράκης, Νικολίτσα Ντρίζη, Κώστας Ξυκοµηνός, Ευα Στυλάντερ, Βιργινία Ταµπαροπούλου και ο µικρός Χρήστος Μπενέτσης.

Σενάριο: Δηµήτρης Αθανίτης, Γιώργος Μακρής. Παραγωγοί: Δ. Αθανίτης, Πάνος Παπαδόπουλος. Φωτογραφία: Γιάννης Φώτου. Σκηνικά Κοστούµια: Στέλλα Κάλτσου. Μοντάζ: Σταµάτης Μαγουλάς. Μουσική: Papercut, Bizet.

1.To «Invisible» έχει χαρακτηριστεί ως αστικό γουέστερν, προφανώς λαβαίνοντας αφορμή από τις σκηνές που εκτυλίσσονται στη βιομηχανική περιοχή του Ασπροπύργου. Πώς εμπνεύστηκες τον τίτλο «Invisible» (Αόρατος); Θεωρείς ότι ήρωες σαν τον πρωταγωνιστή σου είναι αόρατοι σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης και της ανεργίας;

Αόρατος αισθάνεται και είναι ο Άρης,ο ήρωας της ταινίας, που χάνει τη θέση του μέσα στον κόσμο. Αόρατος νιώθει ο εξάχρονος γιος του, που προσπαθεί να βρει τη δική του θέση μέσα στον κόσμο των μεγάλων. Αόρατος είναι ένας ολόκληρος κόσμος που υπάρχει δίπλα μας, χώρος κοινωνικός, πραγματικός, όπως ο Ασπρόπυργος που αν και είναι δίπλα στη μητρόπολη, παραμένει άγνωστος, αόρατος. O τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε κάτι ευρύτερο από την ιστορία του ήρωα. Παραπέμπει στο κοινωνικό αόρατο, γι΄ αυτό διάλεξα αγγλόφωνο τίτλο, χωρίς περιοριστικό άρθρο.

2.To film παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο την κατάσταση που πολλοί βιώνουν σήμερα. Η ματιά σου την κάνει πολύ κοντινή, ανησυχητικά κοντινή θα έλεγα. Θεωρείς ότι η ανάληψη δράσης εκ μέρους του ήρωα, που αντιμετωπίζει μια ασφυκτική,  οριακή κατάσταση, είναι μονόδρομος;

Η ταινία δεν προτείνει την αντίδραση του ήρωα σαν λύση, ούτε σαν μονόδρομο. Μιλά όμως για ένα πρόσωπο που αρνείται την παθητικότητα, που αντιδρά. Αυτό είναι για μένα το πιο σημαντικό κι αυτό με κάνει να πιστεύω ότι η ταινία μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα. Ταυτόχρονα το «Invisible» μιλά και για κάτι ευρύτερο, που ξεπερνά την επικαιρότητα. Την αντίδραση απέναντι στον παραλογισμό που μας κυκλώνει. Τον παραλογισμό και την αλαζονεία ενός συστήματος.

3.Η μέχρι τώρα πορεία σου μέσα από ταινίες όπως «Αντίο Βερολίνο», «Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο», «2000+1 Στιγμές», «Η πόλη των Θαυμάτων» και «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», σκιαγραφεί ένα εκλεκτό κινηματογραφικό πορτρέτο με διάφορες μεταμορφώσεις. Πού διαφοροποιείται και που συγκλίνει η τελευταία σου σκηνοθετική απόπειρα;

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που διαπερνά τις ταινίες μου σαν ύφος αλλά και στην θεματική τους, ακόμη κι όταν αυτό δεν είναι ορατό με την πρώτη ματιά. Σε όλες υπάρχει κοινωνικό η ακόμη και έμμεσο πολιτικό σχόλιο, πάντα μέσα από τα βιώματα του ήρωα. Η αντίδραση απέναντι στην  εξουσία είναι ένα θέμα που επανέρχεται. Η Κιτσοπούλου στο «Καμμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο» είναι σχεδόν η γυναικεία εκδοχή του Στάνκογλου στο «Invisible» καθώς αρνείται να συμβιβαστεί με τη ζωή που έχει σχεδιαστεί ερήμην της. Η ομοιότητα αναμεσα στα δύο πρόσωπα είναι απίστευτη. Αν τα βάλετε δίπλα-δίπλα θα εκπλαγείτε από το πόσο μοιάζουν ακόμη κι οι φιγούρες τους. Με το Invisible ξαναγύρισα μετά από 7 ταινίες στο ντεμπούτο μου, το «Αντίο Βερολίνο» για να βάλω και πάλι στο επίκεντρο της ιστορίας και της ταινίας, ένα μοναχικό ήρωα, έναν αόρατο ντεσπεράντο. Υπάρχει μια ενιαία ματιά που ενοποιεί τις ταινίες μου αλλά δεν  είναι μόνο θέμα αισθητικής. Μέσα στην εικόνα εμπεριέχονται θέματα, πρόσωπα, καταστάσεις. Σίγουρα δεν κάνω απλά μια ταινία κάθε φορά, κάνω σινεμά, χτίζω ένα κόσμο και κάθε ταινία είναι μέρος του.

4.Η απουσία ωραιοποίησης, η έλλειψη καλλωπισμού και το ψυχρό ύφος με το οποίο παρουσιάζεις το θέμα σου, κεντρίζει τον θεατή. Ποια η λεπτή γραμμή ισορροπίας που ενώνει τον ρεαλισμό αυτό με την ευαισθησία που τελικά προκαλείται;

Αυτή η λεπτή ισορροπία ωμού ρεαλισμού και ευαισθησίας υπάρχει καταρχήν πάνω στους χαρακτήρες. Στα πρόσωπα που έχω επιλέξει και στο πώς τα παρουσιάζω. Όλα είναι πρόσωπα με πολλές πλευρές που αναδεικνύονται στη πορεία. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ η ταινία ξεκινά από ένα ακραίο ρεαλισμό, ταυτόχρονα βάζει σιγά-σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μια φανταστική διάσταση, μια και παρακολουθούμε όχι μόνο τη δράση του ήρωα αλλά κι αυτό που συμβαίνει μέσα του. Αυτός ο συγκερασμός ρεαλισμού και φανταστικού είναι για μένα η ουσία του κινηματογράφου κι αυτός είναι πάντα ο στόχος μου. Ωστόσο και στο ρεαλιστικό μέρος, η ταινία προσπερνά ευκολίες και κλισέ της τρέχουσας καθημερινότητας και επιλέγω να εστιάζω στα ουσιαστικά, ψάχνοντας  κάτω από την επιφάνεια.

5.Με ποιο τρόπο προσέγγισες τον μικρό ήρωα της ταινίας που υποδύεται τον γιο του Στάνκογλου και πώς αυτός ανταποκρίθηκε;

Η δυσκολία για μένα ήταν μέχρι να τον βρω. Μέχρι δηλαδή να δω ένα παιδί, που στα μάτια του θα διαβάσω ότι μπορεί να βγάλει αυτό που θέλω. Όταν το συνάντησα ήμουν σίγουρος με τη πρώτη ματιά ότι είναι αυτό που ψάχνω. Δεν του έδωσα ποτέ το σενάριο, δεν του είπα καν την ιστορία. Ένα περίγραμμα του ρόλου του τού είπα μόνο και στα γυρίσματα τού έδινα σαφείς οδηγίες, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα μέσα από την κάμερα να εκμαιεύσω αυτό που ήθελα. Η ανταπόκρισή του πάντως ήταν εκπληκτική. Επικοινωνούσε με το ένστικτο και νιώθοντας το κλίμα που δημιουργούσαμε στο πλάνο.

6.Πώς θα χαρακτήριζες τη συνεργασία σου με τον Στάνκογλου;

Εξαιρετική και σίγουρα ο ρόλος του στο Invisible είναι κορυφαία στιγμή στην καριέρα του. Τα τέσσερα βραβεία μέχρι στιγμής, συνηγορούν σ΄αυτό που λέω. Ήθελα έναν σταρ που είναι διατεθειμένος να τσαλακώσει το πρόσωπο του. Ο Γιάννης, που τον ήξερα από παλιά, ήταν σε ανάλογη στιγμή.  Βούτηξε βαθιά μέσα στον ρόλο. Από κει και πέρα, τον κινηματογραφούσα συχνά με ανορθόδοξο τρόπο, χωρίς δηλαδή να έχει ακριβή αίσθηση του τί κάνουμε με την κάμερα.

7.Γιατί επέλεξες να παρουσιάσεις την πολλαπλή εκδοχή της έκβασης της ιστορίας στο τέλος; Έχει ο θεατής κάποιο πεδίο επιλογής ή συμμετοχής στην πρότασή σου αυτή;

Δεν νομίζω οτι υπάρχει πολλαπλή εκδοχή στο φινάλε. Απλά το τέλος της ταινίας είναι  απολύτως πρωτότυπο σαν σύνθεση και προκαλεί κάποια αμηχανία στην ανάλυσή του. Στο φινάλε αυτό που βλέπουμε είναι η σύγκρουση της βούλησης με την πραγματικότητα. Υπάρχει κάθαρση, τιμωρία αλλά κυρίως υπέρβαση. Η επιτομή μιας ταινίας βρίσκεται για μένα στο φινάλε της. Και πρέπει να πω ακόμη ότι κανείς δεν το έχει προβλέψει ποτέ το τέλος στο «Invisible». Ωστόσο πράγματι η ταινία δίνει τροφή για πολλαπλές ερμηνείες. Και όχι μόνο στο φινάλε. Ακόμη και από το πρώτο πλάνο. Κι αυτό γιατί ουσιαστικά, παρά την ταχύτητα και την εμμονή πάνω στην πορεία του ήρωα, έχει μια εξαιρετική πολυπλοκότητα σαν ιστορία αλλά και σαν φιλμική σύνθεση.

8.Ποιά η αίσθησή σου από τη θερμή υποδοχή της ταινίας στο εξωτερικό αλλά και από την έως σήμερα πορεία της στην Ελλάδα; Υπάρχει φιλικό έδαφος για τις ελληνικές ταινίες στο κύκλωμα διανομής στη χώρα μας;

Στο εξωτερικό λειτουργεί λιγότερο το θέμα του «Invisible» και μπαίνει σε πρώτο πλάνο η καθαρά κινηματογραφική πλευρά της ταινίας, η γραφή της. Και λειτουργεί εκπληκτικά, έχοντας ήδη δώδεκα βραβεία. Το κυρίαρχο δίκτυο διανομής στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα φιλικό αφού λειτουργεί κυρίως σαν δίκτυο εισαγωγής. Στο ανεξάρτητο κύκλωμα  όμως ανακάλυψα ότι υπάρχει τεράστιο έδαφος. Υπάρχει πραγματική δίψα αλλά και αγάπη και γνώση για σινεμά με αυθεντικότητα και άποψη. Συνάντησα τέτοια ανταπόκριση που προγραμματίζω για την επόμενη σεζόν μια αντίστοιχη, ίσως ακόμη μεγαλύτερη περιοδεία με μια προηγούμενη ταινία μου.

9.Εκτός από το αιχμηρό κοινωνικό σου σχόλιο, το «Invisible» έχει πολιτική χροιά; Ποιος ο ρόλος ενός τέτοιου σινεμά σήμερα, με την ευρεία βέβαια έννοια του όρου;

Να βάλει ερωτηματικά. Να αμφισβητήσει εύκολες βολικές βεβαιότητες και έτοιμες απαντήσεις. Αυτό το κάνω και σε αισθητικό επίπεδο. Γιατί και η αισθητική είναι ηθική. Και πολιτική. Σκάβοντας κάτω από την επιφάνεια, αγγίζεις μια πραγματικότητα που ίσως δεν είναι ακόμη ορατή, η που αποφεύγουμε να δούμε. Το 1993 γύρισα την πρώτη μικρού μήκους ταινία μου, με τίτλο «Φιλοσοφία». Μόλις είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στο Σεράγεβο και το σενάριο της ταινίας ήταν το εξής: «Οι πόλεμοι στα Βαλκάνια επεκτείνονται, η ελληνική οικονομία καταρρέει, ο Πρόεδρος κηρύσσει πτώχευση. Μόνη εναπομείνουσα δραστηριότητα, φιλοσοφία!» Τότε στη Δράμα πήρε το Βραβείο Φανταστικού. Μερικά χρόνια αργότερα ήταν πραγματικότητα.

10.Θα ήθελα την άποψή σου για την αντίθεση των κλειστών και των ανοιχτών χώρων που χρησιμοποιείς στην ταινία σου;

Είναι πράγματι έντονο το κοντράστο ανάμεσα στους εσωστρεφείς, κλειστοφοβικούς εσωτερικούς χώρους της ταινίας και στον ανοιχτό ορίζοντα των εξωτερικών. Όλη η ψυχολογία του ήρωα, βγαίνει μέσα από αυτή την εναλλαγή. Μόνο που και στα εξωτερικά, ο Άρης είναι σαν τυφλός, δεν βλέπει πραγματικά τον ορίζοντα. Συχνά το τοπίο γύρω του είναι θολό σαν μια ομίχλη που τον τυλίγει, σαν μια ομίχλη που μπαίνει μέσα στο κεφάλι του.

11.Γράφτηκε ότι η ταινία έχει επιρροές από το σινεμά των αδελφών Νταρντέν. Βλέποντας το φιλμ όταν προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχα ενθουσιαστεί με την αλήθεια, τη δύναμη και τις φιλμικές σου λύσεις. Ωστόσο θα ήθελα να μου πεις ποιες είναι οι ορατές και αόρατες πηγές σκηνοθετών και κάποιων ενδεικτικών ταινιών που αγαπάς και λειτούργησαν πάνω σου επιδραστικά ώστε να ενσωματωθούν στο προσωπικό, ιδιοσυγκρασιακό σου σύμπαν.

Kαμιά σχέση δεν έχει με Νταρντέν το «Invisible». Εκεί υπάρχει μόνο ρεαλισμός. Εδώ υπάρχουν και πολλές άλλες διαστάσεις ενώ ακόμη και το ρεαλιστικό μέρος είναι κατασκευασμένο ξανά. Παρασύρει ίσως σε μια πρώτη ματια η κίνηση της κάμερας στο χέρι, η συνεχής παρακολούθηση του ήρωα και το κοινωνικό θέμα. Αλλά η κίνηση της κάμερας υπάρχει εδώ και τουλαχιστον μισό αιώνα στο «Με κομμένη ανάσα», δεν ανακαλύφθηκε από τους Νταρντέν. Αντίθετα μπορώ να πω χαμογελώντας, ότι στην τελευταία ταινία τους, που –τι σύμπτωση- μόλις βγήκε, εκείνοι προσχώρησαν σε ύφος Αθανίτη αφού έβαλαν και στοιχεία θρίλερ.

Ο Μπουνιουέλ, ο Χίτσκοκ και ο Φίσερ υπήρξαν οι πιο αγαπημένοι μου σκηνοθέτες στη σινεφίλ θητεία μου.  Φυσικά με γοήτευσαν και πολλοί άλλοι σκηνοθέτες και επι μέρους ταινίες ακόμη και κάποιες β. Με ιντριγκάρει το σινεμά με προσωπική ματιά, που μπορεί να είναι αιμάτινο, ερωτικό και ταυτόχρονα πολυεπίπεδο, άπιαστο. Στο σινεμά με εισήγαγε η μαγική κίνηση της κάμερας και το ανεξιχνίαστο των προσώπων.

12.Αν σου ζητούσα να περιγράψεις με χρώματα το «Invisible», ποια θα διάλεγες;

Αυτά που έχει: πράσινο και κίτρινο γαιώδες. Είχα αποφασίσει το χρώμα της ταινίας πριν την γυρίσω. Κάναμε τεστ και δοκιμαστικά γυρίσματα και πήγαμε για επεξεργασία στο εργαστήριο για να έχουμε με ακρίβεια το τελικό χρώμα, μια και απείχε πολύ από αυτό που βλέπαμε, αυτό που τραβούσαμε. Το χρώμα της ταινίας δίνει την ψυχολογία της και την ψυχολογία των χαρακτήρων, επανακαθορίζει το ύφος των χώρων και κυρίως πετυχαίνει το πιο σημαντικό: αναδεικνύει τα ουσιώδη του χώρου ενώ ταυτόχρονα μας ξεκολλά από μια απλή αναπαράσταση. Είναι ένα σημαντικό μέσο για τον κύριο στόχο μου: τη σύνθεση πραγματικότητας και φαντασίας.

 

ΣΧΟΛΙΑ