Φεστιβάλ Κινηματογράφου: Μαρινάκης και Βούλγαρης κλέβουν τις εντυπώσεις στα ελληνικά φιλμ

Του Γιάννη Μουγγολιά

Προς το τέλος του οδεύει το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το οποίο συγκεντρώνει το αυξημένο ενδιαφέρον των θεατών. Τις τελευταίες μέρες οι απογευματινές και βραδινές προβολές είναι ήδη sold out και σε κάθε περίπτωση η πόλη έχει αποκτήσει μια γιορτινή άποψη με τον κόσμο να συρρέει στις αίθουσες του Ολύμπιον, του «Παύλος Ζάννας», τις τέσσερις αίθουσες στην προβλήτα του λιμανιού και στον κινηματογράφο «Μακεδονικόν», που από φέτος προστέθηκε στο δίκτυο των αιθουσών που φιλοξενούν το φεστιβάλ.

Από τις ελληνικές ταινίες ενδιαφέρουσα ήταν η ταινία «Ζίζοτεκ»  του Βαρδή Μαρινάκη, ο οποίος μας πρωτοσυστήθηκε το 2010 με το πολλά υποσχόμενο σκηνοθετικό του ντεμπούτο «Μαύρο Λιβάδι». Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ο Μαρινάκης στην ουσία μας χαρίζει ένα παιδικό παραμύθι-οδοιπορικό θέτοντας στο επίκεντρο τον εννιάχρονο Ιάσονα που ταξιδεύει από την Αθήνα έως τα σύνορα Ελλάδας-Βουλγαρίας, όπου θα τον παρατήσει η μητέρα του πάνω σε ένα πανηγύρι. Φοβισμένος, απομονωμένος ο μικρός γνωρίζει τον Μηνά, έναν άνδρα που στο κινητό του εμφανίζεται σε μήνυμα η λέξη «Ζίζοτεκ».

δ4

Ο άνδρας ανήκει σε ένα δίκτυο  λαθρομεταναστών και με αυτή την εμπλοκή του σχετίζεται το μήνυμα που δέχτηκε.  Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Μηνά και τον Ιάσονα αποκτά τις διαστάσεις και την ουσία της σχέσης πατέρα-γιου με όλη την τρυφερότητα, τη στοργή και την αγάπη που τους φέρνει πολύ κοντά και κάνει τον Μηνά να θέλει να δραπετεύσει από το παράνομο παρόν του. Μια ολιγοήμερη επιστροφή τους στην Αθήνα θα δείξει την ανεπάρκεια και την αδυναμία του σύγχρονου πολιτισμού. Η μετάβαση σε ένα φυσικό περιβάλλον γεμάτο χιόνι δίνει μια ονειρική διάσταση και ενεργοποιεί πολλαπλούς συμβολισμούς. Θαυμάσια πλάνα σπάνιας ομορφιάς, ακριβή αισθητική, τεχνική λεπτομέρεια και τέλεια δουλειά στη φωτογραφία, που πραγματικά συνεπαίρνει τον θεατή.

Μυσταγωγία, ατμοσφαιρικός λυρισμός, αυθεντική συγκίνηση  και υποβλητικό σινεμά σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φετινές ελληνικές ταινίες. Η ταινία συμπεριλαμβάνεται στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ και διαγωνίζεται για τον Χρυσό Αλέξανδρο.

Μια πολύ ξεχωριστή πρόταση κατέθεσε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy) στην ταινία του «Winona». Στη συντριπτική της διάρκεια η ταινία είναι γυρισμένη σε μια ερημική παραλία της Άνδρου όπου τέσσερις νεαρές φίλες, που φορούν και οι τέσσερις γυαλιά, συζητούν, θυμούνται, γελάνε, κλαίνε, κολυμπούν, παίζουν, ονειρεύονται, μελαγχολούν έχοντας στην πλάτη τους ένα…σπίτι και ένα τζιπ που τις παρακολουθεί. Καμιά από τις τέσσερις δεν είναι η Winona. Μελαγχολία του τέλους του καλοκαιριού αλλά και όσων έμειναν ανολοκλήρωτα και ανεκπλήρωτα όνειρα, όσα δεν πρόλαβαν και δεν πρόλαβες να κάνεις. Θαυμάσια ατμόσφαιρα, μια έρπουσα θλίψη και ένα ευφυές τέλος με τις φίλες να βγάζουν το μαγιό τους να σκουπίζονται και να πηγαίνουν στο σπίτι του λόφου αφήνοντας την εποχή της αθωότητας  και ακολουθώντας οριστικά τον προορισμό της ενηλικίωσης. Μια ακόμη τελευταία βουτιά, κάτι σαν αποχαιρετισμός. Εξαιρετική επίσης είναι η μουσική του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy) και βέβαια το τραγούδι του «Δεσποινίς Τρίχρωμη». Μεγάλο ατού της ταινίας οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών του, που μαγνητίζουν με την ειλικρίνεια της ερμηνείας τους και με τη διάθεση για πειραματισμό ακολουθώντας το όραμα του σκηνοθέτη: Ανθή Ευστρατιάδου, Σοφία Κόκκαλη, Ηρώ Μπέζου, Δάφνη Πατακιά.

Από τις υπόλοιπες ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος «Ο Πατρίκ» του Τιμ Μίλαντς, μια βελγική παραγωγή ξεχωρίζει για τον τρόπο με τον οποίο μια κωμικοτραγωδία μπορεί να εξελιχτεί  σε ένα υπαρξιακό φιλμ που αναζητά την αξιοπρέπεια.

δ2

Ο Πατρίκ είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές που δεν τραβά τα βλέμματα σε ένα κάμπινγκ γυμνιστών, όπου βρίσκονται και οι γονείς του.  Ο θάνατος του πατέρα του θα έχει σαν επακόλουθο την ανάληψη ευθυνών από τον Πατρίκ αφού γίνεται ο διευθυντής του κάμπινγκ. Η απώλεια ενός σφυριού θα του δημιουργήσει ψυχολογικό σοκ και θα τον βγάλει από τη ρότα του. Χιούμορ και συγκίνηση σε ένα φιλμ που μιλά για την απώλεια του αγαπημένου με έναν τρόπο κατανοητό αλλά ουσιαστικό. Εξαιρετική σκηνοθεσία από τον Τιμ Μίλαντς, που αναδεικνύει με λεπτότητα και επάρκεια ένα ευρηματικό θέμα. Άρτια δομημένο  φιλμ με σημαντικές πιθανότητες διάκρισης.

Το σκηνοθετικό δίδυμο του Πέταρ Βαλτσάνοβ και της Κριστίνα Γκρόζεβα το έχουμε απολαύσει σε δυο φιλμικά αριστουργήματα, «Το Μάθημα» και το «Glory». Αυτή τη φορά στο πλαίσιο του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια» προβλήθηκε το επίσης εξαιρετικό φιλμ τους «Ο Πατέρας», μια βουλγαροελληνική παραγωγή, που απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι.

δ3

Ο πατέρας στην ταφή της γυναίκας του αγνοεί τα συμβατικά ζητώντας από τον γιο του να φωτογραφίσει τη νεκρή σε πολλές και διαφορετικές λήψεις πριν κλείσει οριστικά το καπάκι του φέρετρου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο αυταρχικός και αδιάφορος για τον περίγυρο πατέρας καταφεύγει σε μέντιουμ που τον παροτρύνει να μείνει τη νύχτα στο δάσος γιατί θα εμφανιστεί μαζί με τους νεκρούς η νεκρή σύζυγός του. Ο γιος προσπαθεί με τη λογική να αποτρέψει τον πατέρα και να τον βγάλει από το δάσος βάζοντας φρένο στους παραλογισμούς του  πατέρα του. Χιούμορ, συγκίνηση, σπάνια αμεσότητα και ένα σύνολο λεπτών ισορροπιών και συναισθηματικών καταστάσεων και συσχετισμών που διέπουν τις σχέσεις πατέρα-γιου. Σφριγηλή και άρτια σκηνοθεσία χωρίς περιττά στολίδια, ευρηματικοί διάλογοι, δυνατά συναισθήματα και  σημαντικές ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές.

ΣΧΟΛΙΑ