Συνταγματική αναθεώρηση: To ρίσκο της ΝΔ με τον εκλογικό νόμο – Δεν αλλάζει το άρθρο 54

Η κυβέρνηση δεν θεωρεί «εγγυημένες» τις 180 ψήφους σε περίπτωση συμφωνίας με το ΚΙΝΑΛ

Την κατεύθυνση αποσύνδεσης του εκλογικού νόμου από τη συνταγματική αναθεώρηση φαίνεται ότι επιλέγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απορρίπτοντας το σενάριο διαπραγμάτευσης ή συμβιβασμού με το Κίνημα Αλλαγής. Η σχετική απόφαση μπορεί να μη χαρακτηρίζεται αυτήν τη στιγμή αμετάκλητη, ωστόσο κυβερνητικά στελέχη που έχουν γνώση της πολιτικής στρατηγικής και στόχευσης του πρωθυπουργού, με ορίζοντα τις επόμενες εθνικές κάλπες, υπογραμμίζουν ότι η επιβεβαίωσή της «ταυτίζεται» με το plan A: δηλαδή η κυβερνητική πλειοψηφία προχωρά χωρίς να αλλάξει το άρθρο 54, που με αθροιζόμενες τις δυνάμεις ΝΔ και ΚΙΝΑΛ θα «παρέκαμπτε» την απλή αναλογική, ψηφίζει τον δικό της «πλειοψηφικό» νόμο με «δυνατό» μπόνους για το πρώτο κόμμα, εκλέγει Πρόεδρο της Δημοκρατίας το πρόσωπο που θα προτείνει και κατευθύνεται για διπλές εκλογές (με απλή αναλογική και τον νέο νόμο στη συνέχεια) είτε στο τέλος της τετραετίας είτε μια άλλη στιγμή δημοσκοπικής και πολιτικής ανθοφορίας για το κυβερνών κόμμα.

Υπάρχει όμως και το plan B, που περιέγραψε προ ημερών ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Πικραμμένος και το οποίο πρότεινε προ μηνός με άρθρο του ο Νίκος Αλιβιζάτος: το πακέτο συνεννόησης προβλέπει, επί της ουσίας, αναθεώρηση του Συντάγματος -ώστε να απαλειφθεί η διάταξη που προβλέπει ότι αν ο εκλογικός νόμος δεν έχει λάβει 200 ψήφους και άνω, τότε εφαρμόζεται στις μεθεπόμενες εκλογές- και ψήφιση εκλογικού νόμου σε συμφωνία με το Κίνημα Αλλαγής. Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι ο πρωθυπουργός δεν πρόκειται να μπει στη λογική της διαπραγμάτευσης με την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, παρότι είναι στις βασικές επιδιώξεις του το κλίμα συναίνεσης.

Τα ίδια κυβερνητικά στελέχη θεωρούν άλλωστε ότι υπάρχουν παρά πολλοί λόγοι που μηδενίζουν τις πιθανότητες υπερψήφισης μιας κοινής πρότασης και καταλήγουν στη σύγκρουση των διαφορετικών πολιτικών συμφερόντων. Ενας λόγος είναι, κατ’ αυτούς, ότι το ΚΙΝΑΛ, που επενδύει στον ισχυρό ρόλο για το τρίτο κόμμα, βλέπει περισσότερα κέρδη από ζημίες από την εφαρμογή της απλής αναλογικής ή ενός αναλογικότερου συστήματος από το πλειοψηφικό. Ενας δεύτερος και κρίσιμος λόγος είναι ότι το κυβερνών κόμμα δεν θεωρεί «εγγυημένες» τις 180 ψήφους σε περίπτωση συμφωνίας με το ΚΙΝΑΛ για την αλλαγή του επίμαχου άρθρου του Συντάγματος. Και αυτό γιατί αμφισβητούν την ψήφο του «ναι» σε ένα πλειοψηφικό σύστημα και από τους 22 βουλευτές του ΚΙΝΑΛ, θέτοντας ταυτόχρονα το ρητορικό ερώτημα για τη στάση του Γιώργου Παπανδρέου και του Χάρη Καστανίδη.

Oι τελικές αποφάσεις

Υπέρ της υλοποίησης του σχεδίου τους, να προχωρήσει η ΝΔ στην ψήφιση ενός νόμου με, π.χ., 50 έδρες μπόνους για το πρώτο κόμμα, λειτουργεί αποφασιστικά η κυρίαρχη άποψη της κυβέρνησης ότι θα διατηρήσει εικόνα αυτοδύναμης και ευρύτατης αποδοχής μέχρι την ώρα των επόμενων εκλογών. Τα εμπλεκόμενα στη σύνταξη του νέου νόμου στελέχη αναμένουν πάντως τις τελικές αποφάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και εξετάζουν όλα τα πιθανά σενάρια για έναν νόμο που θα εξασφαλίζει συνθήκες πολιτικής σταθερότητας – «και θα στριμώχνει στη γωνία τον ΣΥΡΙΖΑ» ομολογεί κυβερνητικό στέλεχος, υπενθυμίζοντας τη φράση του κ. Μητσοτάκη: «Αν θεωρεί ο κ. Τσίπρας κόμμα εξουσίας τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν έρχεται να συζητήσουμε για ένα άλλο, πέραν της απλής αναλογικής, σύστημα;».

Εμπειρο πολιτικό στέλεχος με πολλές θητείες στα κοινοβουλευτικά έδρανα σημειώνει, ωστόσο, με νόημα ότι ο «συντάκτης» ενός εκλογικού συστήματος πρέπει να συνυπολογίζει όλες τις παραμέτρους και σε διάφορες χρονικές στιγμές. Φέρνει ως παράδειγμα τον νόμο Κούβελα, που ψηφίστηκε μετά την εκλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1990. Τότε η κυβέρνηση, θέλοντας να «ακυρώσει» τον νόμο Κουτσόγιωργα που εμπόδιζε τη ΝΔ να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση (αν και με θηριώδη ποσοστά), προχώρησε στην εφαρμογή ενός ενισχυμένου πλειοψηφικού συστήματος. Τον νόμο Κούβελα αξιοποίησε προς όφελός του το ΠΑΣΟΚ, που κατάφερε να ενισχύσει μέχρι το 1993 με θεαματικό τρόπο τις πλειοψηφικές δυνάμεις του.

Είχε μεσολαβήσει, βέβαια, το Ειδικό Δικαστήριο για τον Ανδρέα Παπανδρέου και η ραγδαία αλλαγή του πολιτικού κλίματος. Το σίγουρο είναι ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ προσανατολίζεται σε έναν εκλογικό νόμο που θα διασφαλίζει για την πρώτη πολιτική δύναμη τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης με ποσοστό γύρω στο 35%-36% και άνω. Επί του παρόντος δεν εξετάζει το ενδεχόμενο υιοθέτησης «εφαρμογών» του γερμανικού συστήματος, μονοεδρικών και άλλων περιφερειών, με λίστα ή σταυρό. Επιμένει, όμως, στην άμεση κατάθεση και ψήφιση του νομοσχέδιου για τους Ελληνες του εξωτερικού, που θα συμπέσει με την πρώτη φάση της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση. Δεδομένη χαρακτηρίζεται, επίσης, η απόφαση του Μεγάρου Μαξίμου να στηρίξει την προεδρική εκλογή με 151 βουλευτές, έστω κι αν διατηρήσουν τη διαφωνία τους τα άλλα κόμματα.

Η επιστολική ψήφος μπαίνει σε διπλό φάκελο και ψάχνει 200 βουλευτές

Γράφουν και σβήνουν στο υπουργείο Εσωτερικών, προετοιμάζοντας την τελική πρόταση της κυβέρνησης για την επιστολική ψήφο των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό, η οποία, όμως, είναι πολύ πιθανό να αφορά και κάποιους από τους παραμένοντες στην Ελλάδα… Ο διακηρυγμένος στόχος, όπως πρόσφατα τον εξέφρασε ο υπουργός Εσωτερικών Τάκης Θεοδωρικάκος, είναι η πρόταση της κυβέρνησης να βγει στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο, προκειμένου να ακολουθήσουν διαβούλευση και κατάρτιση νομοσχεδίου. Οσο όμως πλησιάζει ο ερχόμενος μήνας τα εναλλακτικά σενάρια πληθαίνουν, καθώς στη συζήτηση μπαίνουν και άλλες προβλέψεις του εκλογικού συστήματος που θα μπορούσαν να ρυθμίζονται με το ίδιο νομοσχέδιο.

Ταυτόχρονα δεν εκλείπουν και εκείνοι που συνεχίζουν να εκφράζουν επιφυλάξεις για τη μέθοδο της επιστολικής ψήφου, δηλαδή το αν και κατά πόσο διασφαλίζει τη μυστικότητα της ψήφου. Πάντως, με βάση τα έως τώρα δεδομένα, το σύστημα που θα προταθεί θα προβλέπει παροχή διευκόλυνσης σε όσους είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους προκειμένου να ψηφίσουν από τον τόπο διαμονής τους χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία. Στους εκλογικούς καταλόγους που ισχύουν σήμερα είναι εγγεγραμμένοι περίπου 9.900.000 άνθρωποι. Πρόκειται για όσους γεννήθηκαν στην Ελλάδα από Ελληνες γονείς (εγγράφονται αυτομάτως στα δημοτολόγια), όσους πολιτογραφήθηκαν με βάση τον νόμο και όσους γεννήθηκαν στο εξωτερικό από Ελληνες και δηλώθηκαν εκ των υστέρων μέσω του Ειδικού Ληξιαρχείου. Εννοείται ότι η συντριπτική πλειονότητα αφορά την πρώτη από τις τρεις κατηγορίες.

Μέσω Ειδικού Ληξιαρχείου εγγράφηκαν το 2018 περίπου 12.000 άτομα και πολλά από αυτά είναι νεογνά, οπότε δεν τα αφορά ευθέως η εκλογική διαδικασία. Με βάση τον νόμιμο πληθυσμό της επίσημης απογραφής, οι Ελληνες είναι περίπου 10 εκατομμύρια. Εάν αφαιρεθούν οι κάτω των 17 ετών, δηλαδή περίπου 1,6 εκατομμύρια άτομα, οι δυνάμει ψηφοφόροι είναι 8.400.000. Αρα προκύπτει ότι από τους 9.900.000 που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους περίπου 1.500.000 είτε ζουν στο εξωτερικό είτε έχουν εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Στην κυβέρνηση, πάντως, εκτιμούν ότι δεν πρόκειται όλοι αυτοί οι άνθρωποι να ψηφίσουν εάν θεσπισθεί η διευκόλυνση της επιστολικής ψήφου. Στην καλύτερη περίπτωση αναμένεται να εμφανιστεί ένας αριθμός μεταξύ 300.000 και 400.000 Ελλήνων του εξωτερικού, που ίσως αυξηθεί σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, εφόσον όλα πάνε καλά. Η διαδικασία θα ξεκινά από την ηλεκτρονική δήλωση σε ψηφιακή πλατφόρμα όσων ενδιαφέρονται να ψηφίσουν, είτε ζουν στο Μόναχο είτε στη Μελβούρνη και στην Αλάσκα.

Οσοι δηλωθούν διαγράφονται προσωρινά από τους εκλογικούς καταλόγους και θα περιμένουν να λάβουν σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές έναν διπλό φάκελο. Ο εξωτερικός φάκελος θα περιλαμβάνει στοιχεία ταυτοποίησης του ψηφοφόρου και τα ψηφοδέλτια Επικρατείας των κομμάτων που θα έχουν ανακηρυχθεί. Στον εσωτερικό φάκελο θα τοποθετεί ο ψηφοφόρος το ψηφοδέλτιο της επιλογής του και θα τον στέλνει μαζί με τον εξωτερικό, επισυνάπτοντας και υπεύθυνη δήλωση ότι δεν διπλοψηφίζει.

Η διαδικασία

Ειδικές επιτροπές θα παραλαμβάνουν τους διπλούς φακέλους. Θα ανοίγουν τον εξωτερικό φάκελο και εφόσον τα βρουν όλα σωστά, θα παίρνουν τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο και θα τον ρίχνουν σε κάλπη. Για την ολοκλήρωση όλης αυτής της διαδικασίας θα ισχύει η προθεσμία του απογεύματος της Κυριακής των εκλογών στις 7 μ.μ. Εννοείται πως για να ισχύσει αμέσως η επιστολική ψήφος θα απαιτηθεί ο σχετικός νόμος να υπερψηφιστεί από τουλάχιστον 200 βουλευτές. Θα χρειαστεί επίσης να επιμηκυνθεί η προθεσμία ανακήρυξης των υποψηφίων βουλευτών.

Σήμερα η ανακήρυξη γίνεται 14 μέρες πριν από τις εκλογές και το διάστημα αυτό δεν είναι αρκετό για να τυπωθούν ψηφοδέλτια, να σταλούν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και να επιστρέψουν εγκαίρως. Ταυτόχρονα, εξετάζεται το ενδεχόμενο να καταργηθούν οι ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι για στρατιωτικούς, όπως και οι ετεροδημότες εντός Ελλάδας. Εάν ισχύσει όμως για αυτούς η επιστολική ψήφος, θα παίρνουν τα ψηφοδέλτια της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας στην οποία είναι εγγεγραμμένοι και όχι Επικρατείας.

Πριν βγει στη δημοσιότητα η τελική πρόταση, θα πρέπει να έχουν καμφθεί και οι επιφυλάξεις όσων υποστηρίζουν ότι η επιστολική ψήφος ενέχει θέματα ασφάλειας και μυστικότητας.

Η Χαριλάου Τρικούπη απορρίπτει τα διλήμματα και επιμένει στην πρότασή της

Η Φώφη Γεννηματά, τόσο εντός όσο και εκτός Βουλής -από τη ΔΕΘ-, έχει ξεκαθαρίσει ότι το Κίνημα Αλλαγής θα επιμείνει στην εφαρμογή του εκλογικού νόμου που έχει παρουσιάσει αναλυτικά από το 2018. Στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη τονίζουν με τη σειρά τους ότι «δεν πρόκειται να μπούμε σε διαπραγμάτευση με τη ΝΔ, απορρίπτουμε κάθε εκβιαστικό δίλημμα που σχετίζεται με τη στάση του κ. Μητσοτάκη υπέρ των διπλών εκλογών και υπενθυμίζουμε τη δήλωση της κυρίας Γεννηματά από την προεκλογική περίοδο ότι “χρειάζονται 200 ψήφοι για την αλλαγή του εκλογικού νόμου”».

Οι καλά γνωρίζοντες πιστεύουν ότι η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ δηλώνει ότι «δεν θα βάλει το κάρο μπροστά από το άλογο», δηλαδή να ψηφίσει την αλλαγή του άρθρου του Συντάγματος, διότι «στοιχηματίζει» ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτιμά να κάψει την απλή αναλογική με διπλές εκλογές, ίσως ακόμη και νωρίτερα από το τέλος της τετραετίας – που σημαίνει ότι δεν υπολογίζει στη συνεννόηση με το ΚΙΝΑΛ. Η αλήθεια είναι ότι η κυρία Γεννηματά προτείνει ένα εκλογικό σύστημα που διευκολύνει τη συζήτηση για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας, στη λογική ότι έχουν παρέλθει οι εποχές που το πρώτο κόμμα έπαιρνε ποσοστά αρκετά πάνω από 40%. Οπως υπογράμμιζε τον Μάιο του 2018 το επιτελείο της, «με την πρότασή μας:

Εξασφαλίζεται αναλογικότερη εκπροσώπηση των πολιτικών ρευμάτων και ταυτόχρονα ευνοείται η συνεννόηση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας. Από 50 έδρες που είναι σήμερα το μπόνους για το πρώτο κόμμα, γίνεται το ανώτερο 35 έδρες. Συνδέεται μάλιστα με το ποσοστό του πρώτου κόμματος ώστε να συμβαδίζει με τη βούληση των πολιτών. Κάτω από το ποσοστό 25% δεν υπάρχει λόγος να δίνεται μπόνους (το 2012 είχαμε το παράλογο η ΝΔ με 19% να πάρει μπόνους 50 εδρών), αφού ο λαός δεν θέλει κάποιο κόμμα ισχυρό.

Ξεκινώντας από 25% θα παίρνει 20 έδρες και για κάθε 1% θα παίρνει μία έδρα. Δηλαδή, για 32% θα παίρνει 27 έδρες (20+7) και για 38% θα παίρνει 33 έδρες (20+13). Το ανώτερο, δηλαδή, 35 έδρες με ποσοστό 40%. Από εκεί και πάνω παίρνει πάλι το ανώτερο μπόνους των 35 εδρών. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται το πρώτο κόμμα για τον σχηματισμό κυβέρνησης, όχι όμως υπέρμετρα όπως γίνεται σήμερα, και με το αναλογικό μπόνους λαμβάνεται υπ’ όψιν στην πριμοδότηση η βούληση των ψηφοφόρων».

ΣΧΟΛΙΑ