Oμολογία εφοπλιστή για εκκλησιαστικό φιλέτο στη Βουλιαγμένη

Ο πανίσχυρος επιχειρηματίας αποκάλυψε τις λεπτομέρειες. Στην υπόθεση εμπλέκονται έξι ακόμη άτομα οι οποίοι κατηγορούνται για τα αδικήματα της απιστίας, ηθικής αυτουργίας σε απιστία, άμεσης συνέργειας σε απιστία και ψευδούς βεβαίωσης.

Σε ομολογία ενοχής προχώρησε, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του ereportaz.gr, πασίγνωστος Έλληνας εφοπλιστής ο οποίος κατηγορείται για «αρπαγή» εκκλησιαστικού φιλέτου στη Βουλιαγμένη.

Απολογούμενος ενώπιον ανακρίτριας Διαφθοράς ο πανίσχυρος επιχειρηματίας ουσιαστικά αποκάλυψε ότι πίσω από τον -επίσης κατηγορούμενο- ιδιώτη ο οποίος βρέθηκε μέσα σε μια ημέρα να μεταβιβάζει σε υπεράκτιες εταιρίες τέσσερα στρέμματα γης στην περιοχή «Μαλτσινιώτη» στη Βουλιαγμένη ήταν ο ίδιος.

Στην απολογία του φέρεται να είπε ότι ο εν λόγω ιδιώτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει τα επίμαχα στρέμματα και ως εκ τούτου τα χρήματα τα οποία διατέθηκαν για την αγορά ανήκουν σε επιχειρήσεις συμφερόντων του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση που αποκαλύφθηκε από την εφημερίδα «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» τελμάτωνε επί εννέα και πλέον χρόνια στα ανακριτικά γραφεία για λόγους οι οποίοι θεωρούνται ανεξήγητοι!

Η ανάκριση της συγκεκριμένης υπόθεσης αναβίωσε τον περασμένο Αύγουστο, ενώ εκτός από τον εφοπλιστή κατηγορούνται έξι ακόμη φυσικά πρόσωπα: Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για έναν νομικό σύμβουλο, ένα ζευγάρι ιδιωτών, τον τότε υπεύθυνο για τα Οικονομικά της εκκλησίας οι οποίοι κλήθηκαν να απολογηθούν (κατά περίσταση) για τα αδικήματα της απιστίας, ηθικής αυτουργίας σε απιστία, άμεσης συνέργειας σε απιστία και ψευδούς βεβαίωσης. Σε όλους τους κατηγορούμενους επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι.

Το ιστορικό

Από το 2010 όταν η εισαγγελία Πρωτοδικών άσκησε κακουργηματικές διώξει κατά παντός υπευθύνου (in rem), μέχρι πριν από λίγες ημέρες κανείς ανακριτής δεν τολμούσε (;) να χειριστεί την υπόθεση και να προσωποποιήσει τις διώξεις. Και ενώ άπαντες θεωρούσαν ότι επρόκειτο για μια υπόθεση-φάντασμα τα αντανακλαστικά μιας ιδιαίτερα δυναμικής δικαστικής λειτουργού αποδεικνύουν ότι «ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ».

Παρότι όταν δημοσιοποιήθηκε (το 2010) η είδηση της άσκησης διώξεων η Αρχιεπισκοπή Αθηνών επικαλούταν άγνοια για το «σκάνδαλο» το οποίο φέρεται να προκάλεσε ζημία στην Εκκλησία της Ελλάδος, από τη δημοσιογραφική έρευνα της προκύπτει ότι θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο
να μην γνώριζε για τη συγκεκριμένη ιστορία ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος ή τουλάχιστον οι πολύ στενοί συνεργάτες του. Βέβαια, τότε πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του προκαθήμενου της Ελλαδικής εκκλησίας τόνιζαν με έμφαση ότι ο κ. Ιερώνυμος είχε άγνοια, καθώς το θέμα το χειριζόταν αποκλειστικά η οικονομική υπηρεσία.

Η υπόθεση αφορά την πώληση τεσσάρων στρεμμάτων γης στη θέση «Λιμανάκι Μαλτσινιώτη», στη Βουλιαγμένη, τα οποία ανήκαν μέχρι κάποιο χρονικό διάστημα στην Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά τελικά κατέληξαν στην ιδιοκτησία του πασίγνωστου εφοπλιστή. Πώς κατέληξαν; Χωρίς να προκηρυχθεί, ως όφειλε, δημόσιος διαγωνισμός, αλλά μέσω ενός ιδιώτη, ο οποίος εμφανίστηκε τη μια ημέρα να αγοράζει τα οικόπεδα-φιλέτο έναντι 14 εκατ. ευρώ και στη συνέχεια να τα πουλά έναντι 15,5 εκατ. ευρώ σε τρεις υπεράκτιες εταιρείες του εφοπλιστή.

Η αποκάλυψη της υπόθεσης ξεκίνησε μετά από αρκετές καταγγελίες που έφτασαν στην εισαγγελία. Ο λειτουργός που χειρίστηκε την υπόθεση κατόρθωσε να ξετυλίξει το κουβάρι και να διαπιστώσει το μικρό «θαύμα» που συντελέστηκε. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι ο αρχικός αγοραστής, δηλαδή ο ιδιώτης, είχε στο παρελθόν χαρακτηριστεί καταπατητής και είχε αποβληθεί από τις εκτάσεις με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Στη συνέχεια, όμως, ο ίδιος άνθρωπος εμφανίζεται να αγοράζει τα οικόπεδα και να τα μεταβιβάζει σε τρεις off shore εταιρείες την ίδια κιόλας ημέρα. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα δύο στάδια της μεταβίβασης ολοκληρώθηκαν στις 15 Ιουνίου 2009 και μάλιστα με τις ίδιες επιταγές, καθώς ο ιδιώτης φέρεται να αγόρασε τα επίμαχα οικόπεδα με τις ίδιες επιταγές, τις οποίες στη συνέχεια έλαβε ως αντίτιμο από τις αγοράστριες off shore εταιρείες του εφοπλιστή. Οι συνεργάτες του κ. Ιερώνυμου λακωνικά σχολίαζαν ότι το θέμα το αγνοούσε καθώς «το χειριζόταν η ΕΚΥΟ», η οποία αποτελεί την οικονομική υπηρεσία της Ιεράς Συνόδου.

ΣΧΟΛΙΑ