Τεκμήρια-παγίδες για χιλιάδες φορολογούμενους με χαμηλό εισόδημα

Υπέρμετρα υψηλά ποσά φόρου εισοδήματος καλούνται να καταβάλουν, κατά την εκκαθάριση των φετινών φορολογικών δηλώσεων, χιλιάδες φορολογούμενοι οι οποίοι το 2018 απέκτησαν πενιχρά εισοδήματα προερχόμενα είτε από ενοίκια είτε από τόκους καταθέσεων είτε από γεωργικές εκμεταλλεύσεις και παράλληλα εισέπραξαν ακόμη πιο χαμηλά ποσά είτε από περιστασιακή απασχόληση είτε από επιδόματα παιδιών που τους χορήγησε ο ΟΠΕΚΑ.

Οι φορολογούμενοι που υπάγονται σε αυτές τις περιπτώσεις υποχρεούνται να πληρώσουν ποσά φόρων πολλαπλάσια των πραγματικών εισοδημάτων τους, εξαιτίας του προσδιορισμού του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης και του υπολογισμού του οφειλόμενου φόρου με βάση την κλίμακα που εφαρμόζεται για τους επιχειρηματίες και τους ελεύθερους επαγγελματίες, στην οποία δεν ισχύει αφορολόγητο όριο εισοδήματος.

Οι συντελεστές

Συγκεκριμένα, όπως ήδη έχει επισημάνει η «Ν», στις περιπτώσεις αυτές, επειδή τα δηλούμενα εισοδήματα είναι πάρα πολύ χαμηλά, οι υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων που υποβάλλουν οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι προσδιορίζουν το ύψος των φορολογητέων εισοδημάτων με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης.

Δηλαδή, σε κάθε τέτοια περίπτωση λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ που ισχύει για τον άγαμο φορολογούμενο ή των 2.500 ευρώ που ισχύει για τον έγγαμο και προσθέτουν στο ποσό αυτό τυχόν επιπλέον ποσά τεκμηρίων διαβίωσης για σπίτι ή και Ι.Χ. αυτοκίνητο, εφόσον ο φορολογούμενος διέμεινε, κατά τη διάρκεια του 2018, σε κατοικία ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή δωρεάν παραχωρηθείσα ή εφόσον κατείχε και κάποιο Ι.Χ. αυτοκίνητο.

Περαιτέρω, η πρόσθετη διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει λόγω της εφαρμογής των τεκμηρίων διαβίωσης, φορολογείται όχι με την ευνοϊκή κλίμακα υπολογισμού του φόρου, η οποία ισχύει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και προβλέπει αφορολόγητο όριο εισοδήματος 8.636 – 9.545 ευρώ, αλλά με την κλίμακα φορολόγησης των εισοδημάτων από επιχειρηματικές δραστηριότητες, βάσει της οποίας το φορολογητέο εισόδημα υπόκειται σε φόρο υπολογιζόμενο με συντελεστή 22% από το πρώτο ευρώ.

Έτσι, η πρόσθετη διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει βάσει των τεκμηρίων διαβίωσης σε όλες αυτές τις περιπτώσεις φορολογουμένων επιβαρύνεται με φόρο 22%. Στη συνέχεια επί του φόρου που προκύπτει επιβάλλεται και προκαταβολή φόρου με συντελεστή 100%. Συνολικά, δηλαδή, για έναν φορολογούμενο με πολύ χαμηλό εισόδημα από ενοίκια ή από αγροτική δραστηριότητα ή από τόκους καταθέσεων και με ακόμη πιο χαμηλό εισόδημα από περιστασιακή απασχόληση ή από οικογενειακά επιδόματα, η πρόσθετη διαφορά εισοδήματος που προκύπτει βάσει των τεκμηρίων φορολογείται με τελικό συντελεστή 44%.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων οι υπηρεσίες της ΑΑΔΕ εφαρμόζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1β του άρθρου 34 του νόμου 4172/2013 (του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος), σύμφωνα με τις οποίες επί της πρόσθετης διαφοράς τεκμαρτού εισοδήματος εφαρμόζεται η κλίμακα φορολογίας εισοδήματος των αυτοαπασχολουμένων, στην οποία ισχύει συντελεστής 22% από το πρώτο ευρώ, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του δηλωθέντος εισοδήματος δεν προκύπτει από μισθωτή εργασία ή συντάξεις.

Ενδεικτικά του μεγέθους των φορολογικών επιβαρύνσεων που υφίστανται και φέτος όλες αυτές οι κατηγορίες φορολογουμένων είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1

Σε φορολογούμενο άγαμο με ετήσιο εισόδημα 600 ευρώ από ενοίκια και 321 ευρώ από περιστασιακή απασχόληση, δηλαδή με σύνολο εισοδήματος 921 ευρώ για όλο το έτος 2018, ο οποίος διαμένει σε μονοκατοικία 27 τετραγωνικών μέτρων και κατέχει Ι.Χ. αυτοκίνητο 1.500 κυβικών εκατοστών παλαιότητας επτά ετών, βεβαιώνεται φόρος εισοδήματος προς πληρωμή συνολικού ύψους 3.472,64 ευρώ.

Συγκεκριμένα, το φορολογητέο εισόδημα του συγκεκριμένου φορολογούμενου προσδιορίζεται όχι με βάση τα δηλωθέντα ποσά των 600 και των 321 ευρώ, αλλά με βάση το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ, το τεκμήριο διαβίωσης για την κύρια κατοικία, το οποίο ανέρχεται σε 1.296 ευρώ, και το τεκμήριο για το Ι.Χ. αυτοκίνητο, το οποίο ανέρχεται σε 4.060 ευρώ. Τα ποσά αυτά αθροίζονται και προσδιορίζουν το ύψος του φορολογητέου εισοδήματος στο επίπεδο των 8.356 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά 7.435 ευρώ το συνολικό πραγματικό δηλωθέν εισόδημα των 921 ευρώ (600 ευρώ + 321 ευρώ).

Το ποσό της πρόσθετης διαφοράς φορολογητέου εισοδήματος, το οποίο ανέρχεται στα 7.435 ευρώ, φορολογείται από το πρώτο ευρώ με 22%, με συνέπεια να προκύπτει φόρος 1.635,7 ευρώ. Επί του φόρου αυτού επιβάλλεται προκαταβολή φόρου έναντι του επόμενου έτους με συντελεστή 100%, δηλαδή ένα επιπλέον ποσό άλλων 1.635,7 ευρώ, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της φορολογικής επιβάρυνσης επί της πρόσθετης διαφοράς φορολογητέου εισοδήματος να εκτοξεύεται στα 3.271,40 ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθεται ο φόρος επί του εισοδήματος των 600 ευρώ από ενοίκια, ο οποίος υπολογίζεται με 15% και ανέρχεται στα 90 ευρώ, καθώς επίσης και ο φόρος επί του εισοδήματος των 321 ευρώ από περιστασιακή απασχόληση, ο οποίος υπολογίζεται με 22% και προσαυξάνεται με προκαταβολή φόρου 100% με συνέπεια να ανέρχεται σε 141,24 ευρώ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να προκύπτει συνολικό ποσό αναλογούντος φόρου εισοδήματος ύψους 3.502,64 ευρώ (3.271,40 ευρώ + 90 ευρώ + 141,24 ευρώ).

Παράδειγμα 2

Σε φορολογούμενο έγγαμο με ετήσιο εισόδημα 1.200 ευρώ από ενοίκια και 840 ευρώ από επιδόματα παιδιών, κύρια κατοικία 80 τ.μ. (διαμέρισμα) και Ι.Χ. αυτοκίνητο 1.300 κ. εκ. 11ετίας αντιστοιχεί φόρος εισοδήματος συνολικού ύψους 2.670,40 ευρώ.
Συγκεκριμένα, το φορολογητέο εισόδημα του συγκεκριμένου φορολογούμενου προσδιορίζεται όχι με βάση τα δηλωθέντα ποσά των 1.200 και των 840 ευρώ, αλλά με βάση το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ, το τεκμήριο διαβίωσης για την κύρια κατοικία, το οποίο ανέρχεται σε 3.200 ευρώ, και το τεκμήριο για το Ι.Χ. αυτοκίνητο, το οποίο ανέρχεται σε 2.500 ευρώ. Τα ποσά αυτά αθροίζονται και προσδιορίζουν το ύψος του φορολογητέου εισοδήματος στο επίπεδο των 7.700 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά 5.660 ευρώ το συνολικό πραγματικό δηλωθέν εισόδημα των 2.040 ευρώ (1.200 ευρώ + 840 ευρώ).

Το ποσό της πρόσθετης διαφοράς φορολογητέου εισοδήματος, το οποίο ανέρχεται στα 5.660 ευρώ, φορολογείται από το πρώτο ευρώ με 22%, με συνέπεια να προκύπτει φόρος 1.245,20 ευρώ. Επί του φόρου αυτού επιβάλλεται προκαταβολή φόρου έναντι του επόμενου έτους με συντελεστή 100%, δηλαδή ένα επιπλέον ποσό άλλων 1.245,20 ευρώ, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της φορολογικής επιβάρυνσης επί της πρόσθετης διαφοράς φορολογητέου εισοδήματος να εκτινάσσεται στα 2.490,40 ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθεται ο φόρος επί του εισοδήματος των 1.200 ευρώ από ενοίκια, ο οποίος υπολογίζεται με 15% και ανέρχεται στα 180 ευρώ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να προκύπτει συνολικό ποσό αναλογούντος φόρου εισοδήματος ύψους 2.670,40 ευρώ (2.490,40 ευρώ + 180 ευρώ).

naftemporiki

ΣΧΟΛΙΑ