Στους 18 μήνες η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων από την Αρχή για το Ξέπλυμα

Αλλαγές ως προς το χρόνο που δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία ελεγχόμενων από την Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, έφερε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τί σηματοδοτούν.

Σημαντικοί περιορισμοί ως προς το χρόνο που δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία ελεγχόμενων από την Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες μπαίνουν σε ισχύ, ύστερα από την υπερψήφιση των τροπολογιών γύρω από τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, στόχος είναι η εναρμόνιση με τα αντίστοιχα «εργαλεία» που έχει στη διάθεσή του ο οικονομικός εισαγγελέας.

Συγκεκριμένα, πλέον η Αρχή για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος μπορεί να κρατήσει σε δέσμευση περιουσιακά στοιχεία μέχρι το πολύ για 18 μήνες, η συμπλήρωση των οποίων απαιτεί την επικύρωση των δικαστικών αρχών προκειμένου να μην ακολουθήσει αποδέσμευση. Ενώ με τη προγενέστερη νομοθεσία δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη ρύθμιση, πλέον εφόσον παρέλθει το 18μηνο, τότε είναι ζήτημα του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου -κατά περίπτωση- η επικύρωσή της ή μη, η οποία θα πρέπει να ληφθεί εντός τριών μηνών. «Η εναρμόνιση της ρύθμισης του άρθρου 42 παρ. 5 του Ν. 4557/2018 με τη ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 2 ΚΠΔ σε σχέση με το τεθειμένο ανώτατο χρονικό όριο δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων εμφανίζεται ως επιτακτική και εντάσσεται στις ελάχιστες εγγυήσεις που αξιώνει κάθε κράτος δικαίου κατά τη διαχείριση των επαχθών δικονομικών μέτρων» καταλήγει η σχετική αιτιολογική έκθεση.

Μεταξύ αλλών, αναφέρεται ότι η ανάγκη εναρμόνισης των ρυθμίσεων «επιβάλλεται τόσο για λόγους νομοθετικής συνέπειας (αφού δεν νοείται διαφορετική νομική αντιμετώπιση απολύτως όμοιων μέτρων) όσο όμως και για λόγους σύμπλευσης με την ευρωπαϊκή δικαιοταξία. Διότι πέραν των ζητημάτων συνταγματικότητας και δικαιοκρατικότητας που θέτει η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων για αόριστο χρονικό διάστημα η ανυπαρξία σαφών και ανάλογων χρονικών ορίων δέσμευσης στη ρύθμιση του άρθρου 42 παρ. 5 του Ν. 4557/2018 που αφορά την Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διαφοροποιεί αναίτια σε δικαιοκρατικό επίπεδο τη Χώρα μας από την αντίστοιχη νομοθεσία των λοιπών Χωρών της ΕΕ και την ίδια την ευρωπαϊκή δικαιοταξία που αξιώνει «η έκδοση της διάταξης περί δέσμευσης να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, να επικυρώνεται από δικαστήριο ή δικαστή και να έχει περιορισμένη χρονική της διάρκεια».». Μάλιστα, ο νομοθέτης επικαλείται έκθεση του ΟΟΣΑ του 2018 για την Αξιολόγηση του Νομικού και Κανονιστικού Πλαισίου για την Ανάκτηση Περιουσιακών Στοιχείων στην Ελλάδα.

Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση, «η διατήρηση της αόριστης δέσμευσης για τις διατάξεις που εκδίδει ο Πρόεδρος της Αρχής, ενόψει του χρονικού περιορισμού που θέτει η διάταξη του άρθρου 34 ΚΠΔ για τις δεσμεύσεις των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος, εμφανίζεται ως προδήλως προβληματική και για αμιγώς δικονομικούς λόγους, δεδομένου ότι η μεν διάταξη του Προέδρου της Αρχής εκδίδεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 5 Ν. 4557/2018 με μόνη την προϋπόθεση ότι διεξάγεται έρευνα, δηλαδή σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο της υπόθεσης και χωρίς γνώση οποιουδήποτε στοιχείου της δικογραφίας, ενώ η δέσμευση εκ μέρους των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος εκδίδεται κατά κανόνα ύστερα από σχετική έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας με τη μορφή αιτιολογημένης εισαγγελικής Διάταξης».

Το ανώτατο όριο των 18 μηνών
Παράλληλα, το υπουργείο Δικαιοσύνης επισημαίνει ότι οι 18 μήνες θα πρέπει να είναι το ανώτατο όριο, επικαλούμενο το μέτρο της προσωποκράτησης, σύμφωνα με το οποίο ο κρατούμενος δεν μπορεί να προφυλακιστεί για περισσότερο από 18 μήνες. Αντίστοιχα, κατά το νομοθέτη, στην περίπτωση της απαγόρευσης πρόσβασης στα περιουσιακά του στοιχεία, ο υπαίτιος στερείται επίσης ένα σημαντικό έννομο αγαθό και για αυτό δεν θα πρέπει να ξεπερνά τους 18 μήνες, εκτός εάν οι δικαστικές αρχές την επικυρώσουν.

«Το ανώτατο όριο των δεκαοκτώ μηνών συμβαδίζει με το συνταγματικά ορισμένο ανώτατο όριο διάρκειας της προσωρινής κράτησης, διαμορφώνοντας ένα κοινό δικονομικό χρονικό πλαίσιο ανεκτής από άποψη τεκμηρίου αθωότητας επιβάρυνσης, η τυχόν διαστολή του οποίου θα το καθιστούσε εκ προοιμίου ουσιαστικά άδικο ως προδήλως δυσανάλογο» αναφέρεται.

Ωστόσο, υπαρκτός είναι ο αντίλογος αναφορικά με το χρονικό διάστημα της ανώτατης δέσμευσης. Κι αυτό γιατί -όπως σχολιάζουν νομικοί κύκλοι- μπορεί το όριο των 18 μηνών να είναι επαρκές για τη διερεύνηση μίας ανθρωποκτονίας, όπου τα δεδομένα και οι ενέργειες είναι συνήθως συγκεκριμένα, όμως δεν ισχύει το ίδιο για οικονομικές έρευνες. Η εμπλοκή διαφόρων υπηρεσιών και κυρίως τραπεζικών ιδρυμάτων στην πλειοψηφία των υποθέσεων, προκαλεί σημαντικές καθυστερήσεις, καθώς οι απαντήσεις σε διάφορα αιτήματα συνήθως μετατρέπονται σε πολύμηνες διαδικασίες.

ΣΧΟΛΙΑ