Η αξιοπιστία των επενδυτών το κλειδί για τη διάσωση της Creta farms;

Εντείνεται ο προβληματισμός όλων όσων ελπίζουν σε μία βιώσιμη για την εταιρεία λύση

Έκλεισε ο κύκλος των επισκέψεων των ενδιαφερόμενων επενδυτών στις παραγωγικές μονάδες της εταιρείας Creta Farms χοιροτροφική εγκατάσταση της στην Κρήτη. Στο μεταξύ η αγορά επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις κινήσεις των υποψήφιων επενδυτών και κυρίως του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, που ήδη έχει υπό τον έλεγχό του την ανταγωνιστική εταιρία αλλαντικών ΝΙΚΑΣ.

Μάλιστα οι αποφάσεις του θα ληφθούν την ερχόμενη Τρίτη στο Δ.Σ. της ΝΙΚΑΣ για το αν. δηλαδή, θα προχωρήσει ή όχι σε κατάθεση δεσμευτικής προσφοράς για την Creta Farms. Σημειώνεται ότι οι Τράπεζες έχουν θέσει ένα όριο μέχρι τις 18 Νοεμβρίου για την κατάθεση δεσμευτικών προσφορών για την κρητική εταιρεία. Παράλληλα στόχος είναι μέσα στον Δεκέμβριο να κατατεθεί στο Πρωτοδικείο η αίτηση υπαγωγής στον πτωχευτικό κώδικα με βάση τα άρθρα β και δ.

Πάντως η ΝΙΚΑΣ έχει προβεί σε κατάθεση μη δεσμευτικής προσφοράς αν και δημοσιεύματα ήδη που έχουν δει το φως της δημοσιότητας παραπέμπουν σε απόσυρση του Σπύρου Θεοδωρόπουλου από την κούρσα για την Creta Farms. Πολλοί βέβαια στην αγορά απορούσαν για το πώς η ΝΙΚΑΣ που ακόμη δεν έχει ξεκινήσει να κλείνει εκκρεμότητες με τράπεζες θα έμπαινε σε κούρσα διεκδίκησης μιας άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας. Παράλληλα και η δημοσιοποίηση του θέματος του πρώην πλέον Προέδρου της Νίκας κ. Γιώργου Νίκα με τις εκκρεμότητες με την Αμερικανική δικαιοσύνη και τις εκεί επιχειρηματικές του δράσεις έχει δημιουργήσει ζητήματα αξιοπιστίας.

Άλλος ένας λόγος που η αγορά προεξοφλεί ότι η εταιρεία ΝΙΚΑΣ θα προσπαθήσει να κρατηθεί μακριά από δεσμευτικές προσφορές και να δημιουργήσει ένα παιχνίδι καθυστερήσεων είναι το ότι κερδίζει μερίδια από την συρρίκνωση των διαθέσιμων αποθεμάτων της κρητικής εταιρείας και την απόσυρσή της από τα ράφια λόγω ελλείψεων. Παράλληλα η ΝΙΚΑΣ με ήδη μεγάλη παραγωγική μονάδα στην Αθήνα ακόμη και αν έμπαινε στο παιχνίδι της διεκδίκησης δε θα ήταν εύκολο να κρατήσει δύο εργοστάσια σε μια αγορά μόλις 300 -350 εκ. ευρώ. Βέβαια έχει πεπαλαιωμένο εξοπλισμό και γι’ αυτό όπως αναφέρεται θα έβλεπε με ενδιαφέρον ένα τυχόν «διαμελισμό» της εταιρείας. Τότε θα μπορούσε να προκριθεί, όπως τονίζεται, ως έσχατη λύση μια εξαγορά και μεταφορά μηχανημάτων από την Κρήτη και την Creta Farms. Εφόσον μάλιστα συμβεί κάτι τέτοιο, αναφέρουν στελέχη της αγοράς, θα «βόλευε» μια ανταγωνίστρια εταιρεία η απόκτηση brands, όπως το «Εν Ελλάδι» που αποτελεί ισχυρό και αναγνωρίσιμο σήμα με εξαγωγικό προσανατολισμό και φέρεται να αποτιμάται κοντά στα 7 εκατομμύρια ευρώ.

Άλλος ένα λόγος που η αγορά εκτιμά ότι βαρύνει για τις επιλογές της ΝΙΚΑΣ είναι το ότι βασικός μέτοχος της Chipita, που ελέγχει τη ΝΙΚΑΣ είναι ο όμιλος Olayan από τη Σαουδική Αραβία. Μια χώρα δηλαδή που η κατανάλωση χοιρινού απαγορεύεται λόγω θρησκείας.

Επίσης η Impala Invest του Δημήτρη Bιτζηλαίου, που έχει τη Λακωνική Τροφίμων, η HIG, η Lime Capital Partners, ιδιοκτήτρια της Δωδώνης και ο όμιλος Θ. Δουζόγλου ενδιαφέρονται να «αναστήσουν» το εργοστάσιο στο Ρέθυμνο αποκτώντας παραγωγική βάση στο νησί και στη Νότια Ελλάδα με αιχμή τουριστικές ζώνες αιχμής.

Στο φόντο αυτό και με νωπά τα όσα έχουν καταγραφεί στο σήριαλ της Creta Farms είναι προφανές ότι οι αποφάσεις των τραπεζών, που πλέον έχουν πάρει την «κατάσταση στα χέρια» τους θα κρίνουν την πορεία μιας ιστορικής βιομηχανίας μεταποίησης στην Κρήτη, (από τις λίγες που έχει το νησί ), που συμβάλλει αποφασιστικά στο παραγωγικό μίγμα της.

Σημειώνεται ότι η Creta Farms, μια αμιγώς ελληνική εταιρεία που ξεκίνησε το 1970 από την Κρήτη, μέχρι και πριν ξεσπάσει η εσωτερική κρίση ήταν μια κορυφαία εταιρία στην αγορά αλλαντικών και ο μεγαλύτερος παραγωγός χοιρινού κρέατος στην Ελλάδα. Αποτελεί, δε, μια ελληνική καθετοποιημένη εξαγωγική εταιρεία με δύο μεγάλες παραγωγικές μονάδες και με εκτροφεία ζώων υψηλής ποιότητας και φροντίδας.

Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της εταιρείας αποτελεί η καινοτομία που έχει εισαγάγει στον κλάδο τροφίμων, αντικαθιστώντας το ζωικό λίπος με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Από το 2001, στην Ελλάδα έχει αποσπάσει 17 πατέντες, παράγοντας καινοτόμα, υψηλής διατροφικής αξίας προϊόντα με την επωνυμία «Εν Ελλάδι» και στο εξωτερικό με την επωνυμία «Oliving». Αυτά μάλιστα, όπως αναφέρουν πληροφορίες, αποτιμώνται με σεβαστά ποσά και δίνουν ένα «όπλο» στην προσπάθεια επανεκκίνησής της. Ο ετήσιος τζίρος της εταιρείας ξεπερνούσε μάλιστα τα 100 εκατ. ευρώ έχοντας 700 εργαζόμενους.

Τούτων δοθέντων είναι εύκολα κατανοητό ότι η συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας της εταιρίας είναι κομβικό θέμα για την Κρήτη και κάτι που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στις διαδικασίες που είναι ante portas με τους υποψήφιους επενδυτές. Πέρα από τις θέσεις εργασίας, την ανάπτυξη σε επίπεδο δευτερογενούς τομέα της οικονομίας δραστηριότητας, την έρευνα και την ανάπτυξη η συνέχιση της παρουσίας της Creta Farms μπορεί να στηρίξει και την τοπική τουριστική βιομηχανία, καθώς θα έχει δίπλα της έναν αξιόπιστο προμηθευτή.

Αναπόφευκτα, έτσι, τίθεται το θέμα του ποιος εκ των υποψηφίων επενδυτών που θα καταθέσουν δεσμευτικές προσφορές έχουν τη βούληση και τη δυνατότητα να κρατήσουν την παραγωγή στο Ρέθυμνο και να κάνουν και πάλι την Κρήτη εξαγωγικό κόμβο στα αλλαντικά και στα προϊόντα κρέατος. Κι αυτό την ώρα που η συγκυρία του προβλήματος της Ceta Farm της άφησε περιθώρια να κερδίσει μερίδιο της αγοράς και ουσιαστικά να βγει ωφελημένη.
Με όλα τα παραπάνω εντείνεται ο προβληματισμός όλων όσων ελπίζουν σε μία βιώσιμη για την εταιρεία λύση, που μεταξύ άλλων είχε και 450 εργαζόμενους και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.

aftodioikisi.gr

ΣΧΟΛΙΑ