Τι θα γίνει με τον οικογενειακό γιατρό και τις ΤΟΜΥ

Ξεκίνησαν πριν από δύο χρόνια ως η μεγάλη μεταρρύθμιση επί Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, το σχέδιο όμως για τις τοπικές μονάδες υγείας (ΤΟΜΥ) ή αλλιώς «ιατρεία της γειτονιάς” σκόνταψε σε όλα τα επίπεδα: από το να βρεθούν οι κατάλληλοι χώροι- για αυτό άλλωστε οι περισσότερες μονάδες λειτούργησαν τελικά σε κέντρα υγείας- και τη στελέχωσή τους από γιατρούς, μέχρι το να εγγραφούν οι πολίτες στον οικογενειακό γιατρό.

Και ενώ αρχικά είχε προβλεφθεί να ανοίξουν 237 ΤΟΜΥ, μόλις 127 μονάδες κατάφεραν να λειτουργήσουν και αυτές με κενά. Με βάση επίσης τον αρχικό σχεδιασμό, κάθε οικογενειακός γιατρός θα είχε πληθυσμό ευθύνης 2.250 ενήλικες και 1.500 παιδιά οι παιδίατροι.

Για τα τέσσερα πρώτα χρόνια η χρηματοδότηση του συστήματος γίνεται μέσω ΕΣΠΑ, και μετά το 2021 η χρηματοδότηση θα γινόταν από εθνικούς πόρους. Όμως το σύστημα εντάχθηκαν περίπου 1.100 οικογενειακοί γιατροί (παθολόγοι, γενικοί γιατροί και παιδίατροι), όταν όπως αναφέρουν οι γιατροί ο όριο ασφαλείας για τον πληθυσμό των 11 εκατ. κατοίκων είναι 5.000.

Η προηγούμενη ηγεσία απέδωσε το χαμηλό ενδιαφέρον στο «brain drain”, σημειώνονται πως περίπου 18 χιλιάδες γιατροί έχουν φύγει από την Ελλάδα. Η τελευταία προκήρυξη για στελέχωση των δομών ήταν τον Ιούνιο του 2018 και αφορούσε στην πρόσληψη στις ΤΟΜΥ με σύμβαση εργασίας διετούς διάρκειας, συνολικά 953 ιατρών, εκ των οποίων 809 παθολόγοι και 144 παιδίατροι. Η ανταπόκριση εντούτοις ήταν ισχνή, εξαιτίας όπως αναφέρουν ιατρικοί σύλλογοι την χαμηλών απολαβών και του μεγάλου αριθμού ευθύνης πληθυσμού.

Με το σύστημα των τοπικών μονάδων να έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και οι πολίτες να μην έχουν ακόμη πειστεί για το μοντέλο του οικογενειακού γιατρού, η νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας καλείται να αποφασίσει για το μέλλον των δομών που έχουν ανοίξει, το τι θα γίνει με τους γιατρούς που αποφάσισαν να μπουν σε αυτό το σχέδιο πρωτοβάθμιας περίθαλψης και πως οι προσφερόμενες υπηρεσίες θα έχουν όφελος για τη δημόσια υγεία και θα συνδεθούν με το εθνικό σύστημα.

Οι τελικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη ληφθεί, φαίνεται εντούτοις πως το υπουργείο Υγείας θα διατηρήσει τις τοπικές μονάδες. Ήδη ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, όπως ανακοίνωσε, αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα διάλογο με τον υπουργό Υγείας Βασίλη Κικίλια, προκειμένου να συζητηθούν οι εκκρεμότητες και τα προβλήματα στο σύστημα της πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Αυτές αφορούν στη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε νέα βάση. Στόχος είναι, όπως σημειώνει ο ΠΙΣ, να έχουν πρόσβαση στο σύστημα της πρωτοβάθμιας όλοι οι ελευθεροεπαγγελματίες γιατροί, ώστε να είναι δυνατή η υγειονομική κάλυψη του πληθυσμού της χώρας.
Έως ότου όμως ολοκληρωθεί ο διάλογος με την ηγεσία του υπουργείου Υγείας, ο ΠΙΣ θα ζητήσει την άμεση κάλυψη των αναγκών σε βασικές ειδικότητες ιατρών, οι οποίες απουσιάζουν από το σύστημα σε πολλές περιοχές της χώρας.

Στο πλαίσιο απέστειλε επιστολή στον υπουργό Υγείας ζητώντας μεταξύ άλλων την ορθολογική κατανομή των θέσεων, διερευνώντας παράλληλα τις δυνατότητες βελτίωσης των όρων των συμβάσεων.

Υπενθυμίζεται πως τα μεγάλα προβλήματα στην πορεία της μεταρρύθμισης είχε επισημάνει και η Κομισιόν, που διαπίστωνε καθυστερήσεις στο σχέδιο και σοβαρές επιφυλάξεις για το ρυθμό των «ιατρείων της γειτονιάς», ενώ αναφερόταν πως θα πρέπει να γίνουν εντονότερες προσπάθειες ώστε η μεταρρύθμιση να φτάσει στον τελικό στόχο μέχρι τα μέσα του 2020.

Επεσήμανε ακόμη τα προβλήματα στη στελέχωση των μονάδων με γενικούς γιατρούς, αλλά και το γεγονός πως μόλις δύο εκατομμύρια πολίτες είχαν βρει οικογενειακό γιατρό.

ΣΧΟΛΙΑ